Το πρώτο και το πλέον ανησυχητικό για τον απολογισμό του φετινού φεστιβάλ είναι ότι, όπως αντιλαμβάνομαι, κανένας δεν έχει αληθινά όρεξη για ακόμη έναν «απολογισμό». Νισάφι πια! Το πρόγραμμά του απλώθηκε σε δύο μήνες, η προσδοκία και το βίωμά μας έχουν πέσει ήδη σε θολή λίμνη, οι ατζέντες μας γέμισαν με «τικ» δίπλα από εκδηλώσεις κάθε εκλεκτικιστικού είδους, τόπου και γούστου, και… αυτό είναι ήδη αρκετό.
Η αλήθεια είναι ότι η ώσμωση που αναμένουμε χρόνο με τον χρόνο, αυτό το κάτι που θα μας κάνει να εκτραπούμε από τις παραδοσιακές ατραπούς της φιλότεχνης κανονικότητάς μας, το φεστιβαλικό μέσα στο φεστιβάλ, ακόμη για πολλούς δεν ήρθε. Και αυτό το επιβεβαιώνει καλύτερα από τον καθένα η βραχυχρόνια μνήμη: Τι ακριβώς είδατε τον Ιούνιο; Πότε εμφανίστηκε η Φολκσμπίνε; Πώς σας φάνηκε ο Μιλιβόγεβιτς στην Πειραιώς;
Προχθές κιόλας η εφημερίδα μας φιλοξένησε μια θαυμάσια ανασκόπηση του Φεστιβάλ από τη Βένα Γεωργακοπούλου, με την τιμητική ανταπόκριση του ίδιου του καλλιτεχνικού διευθυντή Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου – προτείνω ανεπιφύλακτα, σε όσους ενδιαφέρονται, να αναζητήσουν το εν λόγω αφιέρωμα για να εντοπίσουν εκεί τα πολλά κι ενδιαφέροντα του φετινού προγράμματος. Εδώ, στον χώρο που περισσεύει, αρκούν μια-δυο πρόχειρες εκ μέρους μου διαπιστώσεις.
Οπως το να θυμίσω πάλι ότι τα σύγχρονα φεστιβάλ γίνονται κυρίως για δύο λόγους: Ο πρώτος είναι για την ενημέρωση που προσφέρουν σχετικά με τις διεθνείς εξελίξεις στον εκάστοτε τομέα. Ο δεύτερος όμως είναι για να προκύψει μια συνολική, πυκνή, «απολογιστική» εικόνα τού πού βαδίζει ένα θέατρο (σε σχέση με τον παλιό εαυτό του και σε σχέση πάντα με τους γύρω του).
Γι’ αυτό και τα σπουδαιότερα φεστιβάλ είναι σήμερα αυτά που καταρτίζουν το πρόγραμμά τους με βάση αναγνωρισμένους καλλιτέχνες της διεθνούς πρωτοπορίας, αλλά και τα πλέον φερέλπιδα ντόπια σχήματα: τονίζουν έτσι τον προφητικό χαρακτήρα της λειτουργίας τους και προαναγγέλλουν εξελίξεις στον χώρο. Πρόκειται στην ουσία για «επιδείξεις θεάτρου».
Κάνω αυτή την παρατήρηση γιατί κανονικά η εντύπωση από την επίδειξη τόσων καλλιτεχνών σε ένα στενό χρονικά και τοπικά πλαίσιο (αυτό λέγεται «Φεστιβάλ») θα έπρεπε να συντηρείται ακόμα και εν μέσω των αυγουστιάτικων θαλασσινών ριπών που μοιραία μας ξαστοχίζουν. Θα έπρεπε, με άλλα λόγια, κανονικά να μας ενδιαφέρει ένας «απολογισμός».
Το αντίθετο συμβαίνει. Το Φεστιβάλ απλώθηκε τόσο πολύ στην πόλη -ώστε έφτασε πλέον να ορίζεται από τον νομό κι όχι το άστυ-, τόσο πολύ στον χρόνο του -γεγονός που κάποια στιγμή δημιουργεί κορεσμό αλλά και την πληθωριστική υποτίμηση της μονάδας-, τόσο πολύ στα ονόματα που περιλαμβάνει… ώστε μοιάζει να έχασε δύο από τους καθοριστικούς όρους του: τις συνθήκες «υψηλής πίεσης και θερμότητας» με τις οποίες φεστιβαλικό πρόγραμμα και κοινό φτάνουν σε σημείο αμοιβαίας τήξης. Αλλο το να βλέπεις ένα φεστιβάλ, κι άλλο να νιώθεις μέρος του.
Νομίζω, λοιπόν, ότι αυτό απουσιάζει προς το παρόν από το δικό μας Φεστιβάλ. Και αυτό γιατί το ίδιο διαβαίνει μια (ακόμη) μεταβατική φάση στην πρόσφατη εξέλιξή του. Στην οποία αγωνίζεται από τη μια να διαμορφώσει μια νέα ταυτότητα, ενώ από την άλλη ζητάει να αποκολληθεί από τη σκιά του προηγούμενου μοντέλου που διαμόρφωσε ο Γιώργος Λούκος. Θα μπορούσε αυτή η μετάβαση να είναι περισσότερο δυναμική – θα δημιουργούσε όμως τότε και μεγαλύτερες αντιδράσεις.
Τέλος πάντων, διακρίνω πως το φεστιβάλ έχει προς το παρόν ρίξει μεγάλο βάρος στη δομική αναδιαμόρφωσή του, με τη χρήση νέων χώρων, την πρόσκληση σε νέους ανθρώπους, τη συλλογή νέων θεατών. Είναι ένα φεστιβάλ υπερδραστήριο και υπερκινητικό ως προς αυτό, καθώς δημιουργεί «θέσεις» που περιμένει να καλυφτούν στο μέλλον από καλλιτέχνες και θεατές.
Και γεγονός είναι πως κι έτσι ακόμη μοιάζει να αποδίδει ικανοποιητικά, αν και κάπως σκεδαστικά. Από το Λύκειον της Επιδαύρου μέχρι την Ελευσίνα, κι από τις παρυφές της Ακρόπολης μέχρι την Πειραιώς και το Ηρώδειο (έχω παραλείψει ακόμη καμιά εικοσαριά τόπους), το Φεστιβάλ σε γενικές γραμμές «λειτούργησε» παρά τις όποιες δικές μας γκρίνιες.
Πρόσφερε στο κοινό ό,τι πρόσφερε (για το οποίο ας σημειωθεί δεν ευθύνεται πάντα ο αρχικός προγραμματισμός), μάζεψε κόσμο (που ξεπέρασε τον στενό κύκλο των θεατρόφιλων και θεατρονόμων) και μετέδωσε στο πρόγραμμα κάτι από την ταυτότητα του διευθυντή του: ισχυρότερο λαϊκό έρεισμα και λιγότερο ελιτισμό, κάτι από την πρόθεσή του να μείνουν ταυτόχρονα ικανοποιημένοι περισσότεροι, κάτι από τη δική του φιλοδοξία να υπηρετηθούν παράλληλοι στόχοι.
Ενα πρόγραμμα εξωστρεφές και μαζί στραμμένο στην εσωτερική ζωή της πόλης, ρεπερτόριο που θα ήθελε να συμπεριλάβει πολλές σκόρπιες προτάσεις αλλά και νησίδες ενδιαφέροντος, που θα ήθελε να έχει σύγχρονο κοσμοπολίτικο αέρα -όπως συνηθίσαμε τα τελευταία χρόνια-, αλλά και να νοσταλγεί την παλαιότερη εκείνη «ιθαγένεια» του θεάτρου μας…
Και τι είδους «φεστιβάλ» είναι αυτό; Θα έβαζα εύκολα στη θέση του ένα πανηγύρι της πόλης, μια γιορτή με θέατρο, μουσική, χορό και εικαστικά, με γνώμονα την ποιότητα ασφαλώς, αλλά και τη συμμετοχή του κόσμου και το κέφι του.
Οφείλουμε να δώσουμε χρόνο στη μετάβαση. Αλλωστε δύσκολα μπορεί κανείς να ασκήσει αντικειμενική κριτική σε αυτό το μοντέλο από τον πρώτο κιόλας χρόνο της εφαρμογής του. Πώς θα μπορούσε, για παράδειγμα, να κρίνει κανείς από τώρα το «άνοιγμα στην πόλη» ή τη διάθεση του να μπουν στο πρόγραμμα νέοι θεσμοί;
Και όσο για τις ίδιες τις παραστάσεις που παρακολούθησα: ναι, πιθανόν δεν έδωσαν πάντα κι όλες τους το ξεχωριστό εκείνο αισθητικό γεγονός – το ξεχωριστό όμως δεν περιμένει κατ’ ανάγκην κάποιο φεστιβάλ για να εμφανιστεί. Ας πούμε ότι συλλογικά ο μέσος όρος για τις ελληνικές παραστάσεις ήταν «ικανοποιητικός» – άλλωστε μήπως οι άτακτες επισκέψεις στα ξένα μάς αποκαλύπτουν μόνο αριστουργήματα;…
Είμαι επομένως γενικά ευχαριστημένος – αλλά προς Θεού, μη με βάλετε να θυμηθώ λεπτομέρειες… Καθώς απουσιάζει ο σαφής «καλλιτεχνικός άξονας», όπως σε κάθε γιορτή, η κάθε δική μου εκ των υστέρων άποψη μπορεί να έχει μερικό χαρακτήρα. Με όλη την επαγγελματική αρτιότητα μπορεί να καλυφθεί ένα μέρος των εκδηλώσεων, ένα μέρος της γνώμης, ένα μέρος της συνολικής εικόνας.
Η ασάφεια δείχνει, κατά τη γνώμη μου, τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα στο Φεστιβάλ. Αυτό και μαζί, όπως είπαμε, η εικόνα της μεταβατικής κρισιμότητας. Που πρέπει να απασχολήσει επειγόντως τον Θεοδωρόπουλο και την ομάδα του.
Γιατί διακρίνω εκτός των άλλων την κούραση να απλώνεται στους συνδαιτυμόνες, μια βαρυθυμία που ερμηνεύεται εν μέρει από το γεγονός πως το πρόγραμμα κρατάει αληθινά πολύ, εν μέρει από το ότι δεν βρίσκουμε πάντα την ανταμοιβή που θέλουμε στο καλλιτεχνικό του κάλεσμα.
Επίσης είναι γεγονός ότι ο ξένος πυρήνας του προγράμματος έχει κρατήσει για πολλά χρόνια απαράλλακτος: η ιστορία του Λούκου κρατάει πια πάνω από δέκα χρόνια, και θα έπρεπε να ανανεωθεί ακόμη και από τον ίδιο, αν είχε μείνει στη θέση του. Κι ακόμη: το ίδιο το νεανικό ελληνικό θέατρο δεν μοιάζει ικανό να γεμίσει ένα τόσο διευρυμένο πρόγραμμα.
Οσο για τους θεατές του, είχαμε, διάβασα, αύξηση εισιτηρίων. Αλλά ας μην προτρέχουμε στον ενθουσιασμό μας: αφορά πιθανόν σε περισσότερες παραγωγές και, λόγω διασποράς, σε ένα πρόγραμμα μεγαλύτερου κόστους… Με δυο λόγια, η διεύθυνση έχει πολλά ακόμη να λύσει στο μέλλον, θέματα απείρως ριζικότερα από τη διόρθωση κάποιων τεχνικών προβλημάτων του φετινού προγράμματος.
Αλλά είπαμε: ας κρατήσουμε προς το παρόν την αισιοδοξία μας. Μένει καιρός για να προβούμε σε ασφαλέστερα, αντικειμενικότερα, δημιουργικότερα συμπεράσματα.
