Η ιστορική έρευνα έχει ως αντικείμενο τα γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί∙ για τον λόγο αυτό η έρευνα είναι δυνατή μόνο όταν το γεγονός (το παρελθόν) έχει αφήσει πίσω του διάφορες ενδείξεις και ντοκουμέντα.
Υποχρέωση του ιστορικού είναι να ανασκευάσει τα γεγονότα στη βάση των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του.
Από τη στιγμή που καθορίζονται με ακρίβεια ο σκοπός, τα χαρακτηριστικά και τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, θα αντιληφθούμε την ιδιαίτερη θέση που καταλαμβάνει στον χώρο της επιστήμης για την επιστημονική αξία των διαδικασιών και για το όλο και μεγαλύτερο άνοιγμα προς την κοινωνιολογία, την ανθρωπολογία, την τεχνολογία, την οικονομία, τη στατιστική.
Στην ιστορική έρευνα συναντώνται τα διακεκριμένα ίχνη της επιστημονικής έρευνας: εντοπισμός και επιλογή των προβλημάτων, διατύπωση των υποθέσεων, συλλογή, οργάνωση, ερμηνεία των δεδομένων, επιβεβαίωση των υποθέσεων.
Η Ιστορία ερμηνεύεται χωρίς την οριοθέτηση των προβλημάτων και των διαφορετικών τομέων: πολιτική, οικονομία, κοινωνία, επιστήμες, τεχνολογία κ.λπ.
Σε κάθε περίπτωση η Ιστορία αφορά περιεχόμενα, σχέσεις, επιρροές, γραμμές ανάπτυξης ή ύφεσης∙ για τον λόγο αυτό ο ιστορικός, ακόμη κι όταν ασχολείται με περιορισμένα φαινόμενα, έχει να κάνει με δομές.
Η ιστορική έρευνα μπορεί να κατευθύνεται προς ένα άτομο, μια ομάδα, μια ιδέα, ένα κίνημα ή έναν θεσμό.
Ωστόσο κανένα από αυτά τα πεδία δεν μπορεί να εξεταστεί μεμονωμένα.
Κανένα άτομο δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο ιστορικής έρευνας χωρίς να λάβουμε υπόψη τη συμβολή του στις ιδέες, στα κινήματα ή στους θεσμούς μιας συγκεκριμένης περιόδου ή χώρου.
Αυτά τα στοιχεία είναι πάντα ανεξάρτητα. Η εξειδίκευση καθορίζει απλά την προσοχή προς την οποία στρέφει το ενδιαφέρον του ο ερευνητής.
Η ιστορική έρευνα στοχεύει στο να επιβεβαιώσει αναπαραστάσεις, γι’ αυτό κάθε περιορισμός που τίθεται στον επιστημονικό χαρακτήρα της αναδεικνύει μόνο μια λαθεμένη και κακή χρήση της σύγκρισης με τις φυσικές επιστήμες και με την εμπειρική μέθοδο, και να μην αναγνωρίζει ότι είναι ταυτόχρονα νόμιμη και αναγκαία μια αλήθεια στους τρόπους της επιστημονικής έρευνας.
Συνήθως διακρίνουμε ανάμεσα στις πρωταρχικές και τις δευτερεύουσες πηγές των δεδομένων.
Οταν έχουμε στη διάθεσή μας, μετά από μια διαδικασία συλλογής, διαφορετικά δεδομένα και άρα μπορούμε να βασιστούμε σε ντοκουμέντα που αφορούν το αντικείμενο της έρευνας, δεν μπορούμε να τα θεωρήσουμε έγκυρα αν δεν τα υποβάλουμε πρώτα σε μια διπλή κριτική ανάλυση -εξωτερική και εσωτερική- και μόνο αν τα συγκεκριμένα ντοκουμέντα αντέχουν στην πρώτη μπορούμε να περάσουμε στη δεύτερη.
*Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
