Από Γιούρογκρουπ σε Γιούρογκρουπ κυλά εδώ και επτά χρόνια η ζωή μας. Από λέξη σε λέξη, υψηλά και χαμηλά ιστάμενων ανωνύμων αξιωματούχων, καθορίζεται η επώνυμη πραγματικότητά μας.
Μία λέξη του ενός που αμφισβητεί την ομαλή πορεία των διαπραγματεύσεων, κάνει πιο πικρό τον πρωινό καφέ μας.
Ενώ μια άλλη, ενός που μας βρίσκει συμπαθητικούς στον πόνο μας, αναπτερώνει το κουράγιο μας.
Ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα όλα αυτά. Που μας επιτρέπουν σε διαδρόμους ανήλιαγους του μυαλού μας να αφήνουμε, ακόμα και όταν ξέρουμε το περιττό και το μάταιο μιας τέτοιας πράξης, κάποιες αναμονές για μιαν άλλη διαδικασία, έναν άλλον ορίζοντα.
Που δεν θα είναι γραμμένος από έναν ή πολλούς μέτριους συγγραφείς που ασκούν την εξουσία τους παίζοντας τις ζωές μας στο χρηματιστήριο.
Που δεν θα καταδικάζει έναν λαό σε εκατό χρόνια λεηλασίας μέσα στη μοναξιά, στη δίνη μιας αέναης επανάληψης συμπεριφορών, ρητορικής, πολιτικών.
Τι κι αν άλλαξαν τέσσερις πρωθυπουργοί, εκλεγμένοι και μη, τι κι αν ακούσαμε τα λόγια τα ρηχά που έμοιαζαν μεγάλα, και έκαναν να μοιάζει αμετάκλητη η ελεύθερη στο κενό πτώση μας, τι κι αν επενδύσαμε με τα οράματά μας, άλλος πιο μικρά άλλος πιο μεγάλα ο καθείς και ό,τι είχε, ένα «όχι» που ήταν «ναι σε όλα», με πλέον επαχθείς, που βαίνουν επαχθέστεροι, όρους;
Στο τελευταίο Γιούρογκρουπ παίχτηκε και πάλι το ίδιο παιχνίδι.
Βασανιστικό στην επανάληψή του, μίμηση ποταπής πράξεως, αυτής που φυλάκισε τη χώρα σε ένα χρέος που δεν της ανήκει, μετά την ντροπιαστική απεμπόλιση της εθνικής της κυριαρχίας με τη δανειακή σύμβαση του 2010.
Και που μέχρι σήμερα την αναγκάζει να εκχωρεί μονότονα την περιουσία της, βλάπτοντας σοβαρά την υγεία των κατοίκων της.
Το έργο του Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό» μιλά για τα όρια της επανάληψης, μεταφέροντας τη σισύφεια αγωνία της αρχαιότητας στους μοντέρνους καιρούς.
Εδώ δεν υπάρχει καν, όπως στο μαρτύριο του Σίσυφου, ένα έργο, μια κάποια εργασία που συνεχώς αναιρείται για να ξαναρχίσει.
Ο Εστραγκόν με τον Βλαντίμιρ περιμένουν σε έναν χωρίς ταυτότητα τόπο αυτόν του οποίου ο ερχομός θα τους αλλάξει τη ζωή.
Ο Πότζο με τον υπηρέτη του, τον Λάκυ, που τον περιφέρει σαν ζώο δεμένο σε ένα λουρί, σπάνε τον χρόνο αυτής της αναμονής με τη δική τους επαναλαμβανόμενη σχέση και παρουσία.
Κάποια φορά ο Λάκυ θα σπάσει την απόλυτη μονοτονία με το παραλήρημα που του επιτρέπεται για λίγο. Και μετά πάλι τα ίδια.
Η ίδια μέρα κάθε μέρα. Χωρίς την παρουσία του Γκοντό, που θα ήταν ή δεν θα ήταν μια κάποια λύση.
