Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο σε ένα έγκλημα «τρομοκρατικής βαρβαρότητας». Τον βασανισμό και αποκεφαλισμό του γενικού διευθυντή Αρχαιοτήτων της Παλμύρας, Χαλέντ Αλ-Ασάαντ, το 2015 από το λεγόμενο «Ισλαμικό κράτος».
Θα ακολουθούσε η συστηματική καταστροφή των ερειπίων αυτής της λαμπρής πόλης, ισάξιας σε μέγεθος με την Εφεσο ή την Πομπηία. Ενα αποτρόπαιο έγκλημα με θύμα εκείνον που προστάτευε τις αρχαιότητες της πόλης, μια καταστροφική μανία ενάντια στο «μνημείο» που προστάτευε η μισητή Δύση.
Το γεγονός ήταν κι η αφορμή για να αποφασίσει ο σπουδαίος ιστορικός Π. Βεν (Veyne) να ξαναδουλέψει παλιότερό του κείμενο σχετικό με την Παλμύρα, και να το προσφέρει ως διαμαρτυρία ενάντια σε αυτή την πράξη. Αντίδραση αλλά και σθεναρή στάση αντιπαράθεσης στον σκοταδισμό, το μόνο που θα μπορούσε να κάνει ένας σύγχρονος διανοούμενος.
Ειδικότητα του Π. Βεν είναι το παιχνίδι με την ελληνορωμαϊκή Ιστορία. Ο αναγνώστης από την πρώτη στιγμή θα αντιληφθεί ότι έχει απέναντί του όχι απλά ένα βαθύ γνώστη της ιστορίας της Παλμύρας, αυτού του μοναδικού αστικού κέντρου που άνθησε μέσα στην έρημο της Συρίας, μιας «πολιτείας εμπόρων» και το σταυροδρόμι για καραβάνια που κινούνταν και διασυνέδεαν στεριανούς και θαλάσσιους δρόμους στην Ασία, αλλά έναν σοφό με συνολική εποπτεία ολόκληρου του τότε κόσμου της αρχαιότητας.
Συχνά, ο Βεν κάνει απολαυστικές παρεκβάσεις για να δείξει πώς αυτή η δήθεν απομονωμένη πόλη στο πουθενά συνδεόταν άμεσα με διάφορες πτυχές του τότε ελληνορωμαϊκού κόσμου, παρατηρώντας πώς είχαν διαμορφωθεί ο τρόπος ζωής και οι ταυτότητες αυτής της φυλετικής και γλωσσικής μίξης.
Μας θυμίζει, για παράδειγμα, πως ο Χριστός μιλούσε αραμαϊκά, μία από τις γλώσσες που σήμερα βλέπουμε σε επιγραφές της πόλης, και τι σήμαινε τότε να μιλά κανείς ελληνικά και να μετέχει σε θεατρικές παραστάσεις και σε συμπόσια χωρίς την παραμικρή αίσθηση ότι μειονεκτεί σε κάτι ως «επαρχία».
Αλλού, θέλοντας να περιγράψει την πόλη, ρωτάει αν η καρδιά της ταυτιζόταν με την πολυκοσμία, φέρνοντας σαν παράδειγμα το Μαρακές όπως «το αντιλαμβάνονται καλά οι τουρίστες». Ισως το πιο ευφυές του σχόλιο σχετίζεται με την τελευταία φορά που μνημονεύεται η πόλη ως γεωγραφικό πια σημείο: στο Μεσαίωνα ο χαλίφης της Βαγδάτης παράγγειλε τον «υπολογισμό ενός τόξου μεσημβρινού μεταξύ Παλμύρας και Ευφράτη».
Κατά βάθος, ο Βεν μάς δίνει ένα καλό μάθημα τι σημαίνει πολυσυλλεκτικότητα, πολυγλωσσία, πολιτισμική μίξη κι εναλλαγές της τύχης σε μια εποχή παράδοξα κοντά στη δική μας. Χαρακτηρίζοντας την Παλμύρα «ένα patchwork», ο Βεν έχει φέρει αυτή την «εξωτική» πόλη στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο κόσμο, απενοχοποιημένα.
Ακριβώς αυτό που είναι αδύνατον να αποδεχτούν οι «μαχητές» του ISIS και το αντιμάχονται σπέρνοντας τον όλεθρο παντού. Ο Βεν διαβλέπει ότι για τους μισαλλόδοξους του «Ισλαμικού κράτους» ο επιβλητικός ναός του Βαάλ στην Παλμύρα είναι απόδειξη εκείνου που οι ίδιοι αρνούνται. Γι’ αυτό και τον ανατινάζουν τελετουργικά, θυσιάζοντας μαζί και τον συμβολικό του προστάτη, τον αρχαιολόγο Αλ-Ασαάντ.
Κι η Ζηνοβία; Αυτή η φλογερή γυναίκα με τον ταραχώδη βίο του 3ου αι. μ.Χ., που θέλησε να κατακτήσει τον κόσμο με τον στρατό της και τόλμησε να αντιπαρατεθεί στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, βαδίζοντας ενάντια στη Ρώμη;
Εκεί πάλι ο Βεν μάς υποδέχεται με τρεις απολαυστικές παραλλαγές του τέλους της: όλοι, λέει, συμφωνούν ότι αιχμαλωτίστηκε στη Μ. Ασία από τον Αυρηλιανό, αλλά μετά τι απέγινε; Σύρθηκε αλυσοδεμένη στη Ρώμη ως λάφυρο, πέθανε στο πλοίο που τη μετέφερε ή κέρδισε την αμνηστία κι ένα νέο πλούσιο σύζυγο στο Τίβολι;
Ο Βεν μάς κλείνει φιλικά το μάτι, προτείνοντας δύο γαλλικά ανάλογα: δεν μοιάζει λιγάκι αυτό το happy end, μας ρωτάει, με Αλ. Δουμά ή με τον Ubu Roi; Αλλά δεν θα σταθεί εκεί μόνο.
Θα εξετάσει τα νομίσματα που έκοψε η Ζηνοβία, για να δει με τι άραγε έμοιαζε. Οπότε, τη συγκρίνει με την Κλεοπάτρα και τη θρυλική μύτη της: εκείνης ήταν «κλασική ελληνική» ή γαμψή, όπως επίτασσε το τυπικό για αρχηγούς κράτους. Αρα η γαμψή της Ζηνοβίας δεν είναι παρά μια σύμβαση. Αλλος ένας υπαινιγμός του Βεν για τα φευγαλέα φαινόμενα αυτού του κόσμου.
