Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου ολοκληρώνει με τον «Κολοσσό» την προσωπική διαδρομή του σε ένα πολύ ιδιαίτερο σκηνικό περιβάλλον, εικαστικό και συμβολιστικό, που καλλιεργεί τα τελευταία χρόνια με επιμονή. Κλείνει μαζί και την εξίσου ιδιαίτερη ανάγνωσή του πάνω στον αρχαίο μύθο της «Ορέστειας», στην οποία οι γνωστοί δείκτες πορείας στέκουν ανεστραμμένοι.

Η τελευταία σύνθεση στο υπόγειο του Κακογιάννη πατάει πάνω στον «Αγαμέμνονα», όπως οι δύο παλιότερες, «Venison» (2012) και «Pedestal» (2013), ήταν εμπνευσμένες αντίστοιχα από τις «Ευμενίδες» και τις «Χοηφόρες» του Αισχύλου.

Εδώ δεν έχουμε μόνο μια ξεχωριστή απόδοση της «Ορέστειας». Η επιλογή να διαβαστεί η τριλογία ανάποδα αλλάζει τη δομή των πραγμάτων, ξεθεμελιώνει και αποσυνθέτει την οργάνωση της πολιτείας ή μάλλον την αφήγησή της.

Ενώ στην «Ορέστεια» κινούμαστε από μια ιστορία ατέρμονης «Σφαγής» στην τελική ειρήνη της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας και της κατάπαυσης των παθών, η αντίστροφη φορά θυμίζει ότι στο τέλος της τριλογίας δεν βρίσκεται παρά μια άνω τελεία. Η εντροπία γίνεται ξανά η ουσία που κινεί τα πράγματα από την τάξη και προς τα πίσω, στην ασάφεια, τη διάλυση και το αίμα.

Rewind λοιπόν: με τη μνήμη ενός ολοκληρωτισμού που κάλυψε κάποτε τα οράματα της δημοκρατίας, ένας στρατός ξεκινάει για ακόμη έναν πόλεμο με τις ευχές των γυναικών και τα ηχηρά ποδοβολητά των στρατιωτών του. Πίσω μένει η μία και αιώνια γυναίκα (Κλυταιμνήστρα και Πηνελόπη, η Μαρία Καλλιμάνη) να μετατρέπει την αγωνία της σε ψυχαναγκαστική νοικοκυροσύνη, να μετρά τον χρόνο και να φοβάται να καθίσει έστω και για λίγο μήπως και η ακινησία της φέρει τη σκέψη και η σκέψη τη μνήμη…

Μπροστά της οι στρατιώτες κουβαλούν τα απομεινάρια των νεκρών σαν τιμητικό άγημα αργά και επίσημα. Με ένα χαμόγελο στα χείλη ο θάνατος μπαίνει από παντού στο σπίτι. Και το λερώνει. Μια περίεργη εικόνα συντροφεύει τη γυναίκα στις λίγες στιγμές της ανάπαυσης: μια τεράστια λαγουδίνα στέκει, λέει, δίπλα της, σαν εξιλαστήριο θύμα του πολέμου που η ίδια συντηρεί με τη σιωπή της.

Οσο και να προσπαθήσει η γυναίκα να μη σκεφτεί άλλο, μαζί με τις δουλειές κάποια στιγμή έρχεται και η στιγμή που φοβάται. Ενα φάντασμα, η μορφή μιας νέας κοπέλας (Ιφιγένεια η Ελένη Μολέσκη) εισχωρεί στην εστία, λερώνει το πάτωμα με το χώμα και το αίμα της. Τη μολύνει με την αμφιβολία για έναν κόσμο που δημιουργείται πάνω στα αρσενικά ονόματα, σε αντρικά υποκείμενα, μια γλώσσα που έχει μέσα της την αντρική πόλη, το αντρικό δίκαιο και πόλεμο.

Αλλά γιατί να μιλήσει άλλο γι’ αυτά; Ο τρόμος γεννάει εικόνες σιωπηρές και εύγλωττες. Να οι γύπες που πλησιάζουν απειλητικά τη λαγουδίνα, έτοιμοι να την κατασπαράξουν μαζί με το λαγουδάκι της. Σε μία και μόνη εικαστική σύλληψη βλέπουμε όλη την αλήθεια: ο πόλεμος δεν έχει πια μόνο άδεια πουκάμισα, αλλά και μια συντριπτική πραγματικότητα, βρίσκεται μέσα στο σπίτι και «τρώει» δικούς μας ανθρώπους.

Οταν λοιπόν ο στρατηγός-άντρας-γύπας (Αγαμέμνων ο Θάνος Παπακωνσταντίνου) θα επιστρέψει κάποτε σπίτι του, η γυναίκα θα τον δεχτεί ερωτικά και συζυγικά: θα τον βάλει στο τραπέζι και το κρεβάτι της, πριν τον οδηγήσει στο μπάνιο. Κι εκεί θα τον θυσιάσει με το ίδιο τσεκούρι στο χέρι με το οποίο αυτός στην αρχή κήρυξε τον πόλεμο.

Το τέλος της νέας ιστορίας θέλει το κράτος του πολέμου να σφαγιάζεται από γυναικείο χέρι εκδικητικό και καθαρτικό. Η λαγουδίνα σκοτώνει τον γύπα και το πατριαρχικό σύστημα ξεθεμελιώνεται. Η γυναίκα μετατρέπεται σε μυθικό τέρας που κηρύσσει την επιστροφή των πραγμάτων εκεί απ’ όπου άρχισαν. Η Ιστορία μηδενίζει και αρχίζει να κινείται ξανά, αυτή τη φορά με τη σωστή φορά των δεικτών του ρολογιού: μετά τον «Αγαμέμνονα», ακολουθούν οι «Χοηφόρες»…

Τα πάντα στην παράσταση του Παπακωνσταντίνου φωνάζουν πως ο νέος σκηνοθέτης και ηθοποιός θέλει τον δικό του χώρο. Θεραπεύει ένα πολύ ξεχωριστό σκηνικό ρεύμα, στο παλιό κίνημα του συμβολισμού, φτιαγμένο από εικόνες, σιωπές και ατμόσφαιρα.

Σκοπός εδώ δεν είναι να μας «μιλήσει» για το πολιτειακό τέρας του ολοκληρωτισμού ή για την πατριαρχική δυναστεία, αλλά να μας «δείξει» ή καλύτερα να «εντυπώσει» μέσα μας παραστάσεις που κινούν αυτά τα νοήματα σε μεγαλύτερο βάθος. Με άλλα λόγια, θέλει να μας εντυπωσιάσει με ένα θέατρο καταλυτικό, ενεργό και σαγηνευτικό, αναντίρρητο.

Κάποιοι θα φέρνουν στο μυαλό τους τον πιο διάσημο ίσως σύγχρονο εκπρόσωπό του: τον Καστελούτσι. Για να λειτουργήσει αυτό το θέατρο χρειάζεται εικόνες υψηλής αισθητικής, απίστευτα πρωτότυπες (τόσο «απίστευτες» ώστε να λειτουργούν μέσα μας σαν θαύμα) και άριστα επεξεργασμένες.

Νομίζω ότι ο Θάνος Παπακωνσταντίνου έχει όλα τα προσόντα γι’ αυτό το μυσταγωγικό θέατρο, δεν ξέρω όμως αν του παρέχονται πάντα τα αντίστοιχα εφόδια. Κατ’ αρχάς ο χώρος στο υπόγειο του Κακογιάννη δεν ήταν ο κατάλληλος γι’ αυτή την παράσταση: στενός και ρηχός, με κακή ορατότητα, διόλου εύκολος στο να προκαλέσει «μέθεξη». Κι έπειτα χρειάζεται μεγάλη παραγωγή, αληθινά μεγάλη.

Αριστα τα σκηνικά και κοστούµια της Νίκης Ψυχογιού, εξαιρετική η κίνηση από τις Χαρά Κότσαλη και Νάντη Γώγουλου και οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανασούλα, η δε εντύπωση από τις μάσκες του Αλέκου Μπουρέλια ήταν ίσως το πιο σημαντικό εφόδιο του θεατή μετά την παράσταση… Κι ωστόσο από παντού το πράγμα φώναζε πως εξαρχής ήταν μια μεγάλης κλίμακας σύλληψη που δυσκολεύτηκε να βρει το ανάλογό της επί σκηνής.

Εχω και κάποια προβλήματα για τη δραματουργία της παράστασης: ορισμένες από τις στιγμές της μου φάνηκαν απλοϊκές: όταν οι στρατιώτες χτυπούσαν τα κοντάρια τους στην αρχή ή όταν οι γύπες έπεφταν πάνω στη λαγουδίνα για να τη φάνε στο τέλος, τα πράγματα έμοιαζαν ενοχλητικά ψεύτικα.

Αυτό δεν αλλάζει τους δυνατούς μονόλογους («δημητριαδικής» μάλιστα υφολογίας) ή εκείνες τις ακριβές στιγμές όπου το θέατρο του Παπακωνσταντίνου λειτουργούσε πραγματικά σαν μυθική χοάνη. Δίπλα στους κεντρικούς ρόλους οι Ιωάννα Μιχαλά, Βασίλης Βηλαράς, Γιάννης Ασκάρογλου και Τάσος Τσουκάλης-Δημητριάδης. Ειδική μνεία οφείλουμε στη σύνθεση ήχων από τον Αντώνη Μόρα: το περιβάλλον που δημιούργησε αληθινά μεταδίδει την αίσθηση του τερατώδους.

Θα πρότεινα με το τέλος της τριλογίας του να στραφεί ο σκηνοθέτης σε κείμενα που του παρέχουν τη βάση για το όραμά του. Ακόμα, βλέπετε, νοσταλγώ την παλιότερη εκείνη συνάντησή του με τον Μαυριτσάκη στο Φεστιβάλ μας…