Με μία ημισκηνοθετημένη παράσταση της «Ρέας» του Σαμάρα αποχαιρέτησε η ΕΛΣ τον χώρο του θεάτρου Ολύμπια επί της οδού Ακαδημίας, όπου, σε δύο διαδοχικά κτίρια, φιλοξενήθηκαν παραγωγές της για επτά δεκαετίες (19/5/2017). Το 1944, ο 61χρονος Καλομοίρης, υπερβαίνοντας το νεανικό του μένος κατά των Επτανησίων, είχε επιλέξει την ίδια όπερα για πρώτη παραγωγή όταν η ΕΛΣ μετεγκαταστάθηκε οριστικά στο Ολύμπια.
Πολλαπλά φορτισμένη, η αποχαιρετιστήρια παράσταση προσέλκυσε ιδιαίτερης σύνθεσης ακροατήριο αποτελούμενο από φίλους της όπερας, τακτικούς θαμώνες του «λαϊκού» Ολύμπια, καθώς επίσης παλιούς καλλιτέχνες της ΕΛΣ και συντελεστές της πολιτιστικής ζωής. Ανάμεσά τους ξεχώρισαν οι λυρικές τραγουδίστριες Βαρβάρα Γκαβάκου, Κική Μορφονιού και Αγγέλα Λαλαούνη, η επί δεκαετίες διευθύντρια χορωδίας της ΕΛΣ, Φανή Παλαμίδη, ο Νίκος Ζωρογιαννίδης κ.ά.
Παράλληλα, αισθητή υπήρξε η απουσία πολλών άλλων, που, για δικούς τους λόγους, επέλεξαν να απόσχουν. Στη μικρή δεξίωση που έδωσε μετά την παράσταση στο φουαγέ ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ, Γιώργος Κουμεντάκης, εθεάθησαν, επίσης, μέλη του πολιτικού κόσμου όπως ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος, η γ΄ αντιπρόεδρος της Βουλής, Τασία Χριστοδουλοπούλου, με τον σύζυγό της Θοδωρή Δρίτσα και, προς το τέλος, η υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου.
Η παρουσία τους υπενθύμισε το βάρος συνεισφοράς στην πολιτιστική ζωή, που ανέκτησε η ΕΛΣ τα τελευταία χρόνια, μετά την παρακμή του Μεγάρου Μουσικής. Ταυτόχρονα, υπογράμμισε την κρισιμότητα του στοιχήματος της επιτυχίας της κατά τη μετεγκατάστασή της στη νέα στέγη στο Φάληρο.
Από το 1944 μέχρι σήμερα, η ΕΛΣ παρουσίασε τη «Ρέα» σκηνικά μόλις μία φορά, το 1999, γεγονός που φανερώνει τις βαθιές, σοβαρές στρεβλώσεις στην πρόσληψη της ιστορικής ελληνικής όπερας στο περιβάλλον της μεταπολεμικής μουσικής ζωής στην Ελλάδα. Για πολλούς λόγους, προφανείς σε όλους, εντός και εκτός της ΕΛΣ, μηδενός εξαιρουμένου, η αποχαιρετιστήρια παράσταση όπερας του Σαμάρα υπό τον Βύρωνα Φιδετζή άφησε μέτριες εντυπώσεις.
Επιγονική της γαλλικής ρομαντικής παράδοσης, αλλά με υφολογικό στίγμα πολύ ενδιαφέρον, μεταιχμιακό και εμπλουτισμένο με στοιχεία που αυθόρμητα συνδέει κανείς με τον Πουτσίνι και την ιταλική όπερα των αρχών του 20ού αιώνα, η γραφή του Σαμάρα για την ορχήστρα και τις φωνές είναι ιδιαίτερα απαιτητική.
Από όλους τους συντελεστές κάθε εκτέλεσης ζητά άρτια προετοιμασία, τεχνικές ευκολίες, αισθητικές ποιότητες και φωνητικές δυνατότητες που έλειπαν από την τελευταία παράσταση στο Ολύμπια. Μοιραία, το αποτέλεσμα ήταν για πολλοστή φορά συμβιβαστικό, περιορίζοντας την εμπειρία της ακρόασης είτε απλώς στην όποια συγκίνηση της τελευταίας παράστασης, είτε στο ενδιαφέρον να ακούσει κανείς «ζωντανά» το έργο. Αλλη μια απογοητευτικά χαμένη ευκαιρία…
Πιο εποικοδομητικό θεωρώ το να επανέλθω και να επιμείνω στο μείζον διακύβευμα της εθνικά ωφέλιμης υποστήριξης της ελληνικής ιστορικής δημιουργίας στην όπερα. Αν η «Ρέα» αντιμετωπιζόταν από την ΕΛΣ όπως ο «Βέρθερος» του Μασνέ, αν ο «Πρωτομάστορας» απολάμβανε τη φροντίδα του «Λόενγκριν» ή του «Τριστάνου» και ο «Μάρκος Μπότσαρης» ή η «Κυρά Φροσύνη» εκείνη του βερντιανού «Μάκβεθ» θα ήταν άραγε τόσο περιορισμένη η θέση τους στο ρεπερτόριο και τόσο μικρή η απήχησή τους στο κοινό;
Αν οι όπερες του Σαμάρα, όπως κι αυτές των Καλομοίρη, Λαυράγκα, Καρρέρ και άλλων, βρίσκονταν σε χέρια Ιταλών, Τσέχων ή Γερμανών ποίου επιπέδου θα ήταν οι παραστάσεις τους και πόσες ηχογραφήσεις τους θα κυκλοφορούσαν σε εταιρείες όπως οι CPO, Dynamic, Opera Rara, NAXOS; Προφανώς οι Σαμάρας, Καλομοίρης και Καρρέρ υπολείπονται του να είναι Μασνέ, Βάγκνερ και Βέρντι˙ όμως είναι δικοί μας.
Μία σκηνικά και μουσικά άρτια, ιδανική σκηνική υποστήριξή τους μπορεί να γίνει καλλιτεχνικό γεγονός βεληνεκούς πέρα των ορίων της εγχώριας μουσικής ζωής. Κάτι τέτοιο θα πρόσφερε πολλά: όχι μόνον στην ανάδειξη της ΕΛΣ σε μείζον κρατικό λυρικό θέατρο της νοτιοανατολικής, μεσογειακής Ευρώπης, αλλά και, ευρύτερα, στην Ελλάδα, προβάλλοντας την υψηλών αξιώσεων, ιστορική συμμετοχή της στο κατ’ εξοχήν ευρωπαϊκό πολιτιστικό πεδίο της όπερας.
Σε μια τετραετία συμπληρώνονται 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση: ευκαιρία να επενδύσουμε σοβαρά στις όπερες αυτές, αναδεικνύοντας τις ουσιώδεις αξίες τους.
