Κορυφαία φυσιογνωμία του γαλλικού θεάτρου, ο Αρμάν Γκατί πέθανε χθες σε ηλικία 94 χρόνων.
Δημοσιογράφος, συγγραφέας και σκηνοθέτης, ταγμένος στο πλευρό των απόκληρων, ο ακούραστος μέχρι τα βαθιά του γεράματα Γκατί έζησε συναρπαστική ζωή και χόρτασε αναγνώριση (βραβεύτηκε για τη θεατρική του προσφορά από τη Γαλλική Ακαδημία).
Μία μόνο σκιά υπάρχει στη ζωή του: το 2011 διαψεύστηκε πανηγυρικά ο ισχυρισμός του ότι είχε κλειστεί από τους Γερμανούς στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Neuengamme, όπου σύμφωνα με τον ίδιο είχε ανακαλύψει την ουσία του θεάτρου, χάρη στην πρώτη παράσταση που είδε ποτέ από Εβραίους της Βαλτικής, που έλεγαν τρεις φράσεις: «Είμαι. Ημουν. Θα είμαι».
Σημασία έχει ότι ο -γεννημένος στο Μονακό από καθαρίστρια μητέρα και αναρχικό, σκουπιδιάρη πατέρα- Γκατί πήρε μέρος στην αντίσταση, ενώθηκε με τις γαλλικές δυνάμεις στο Λονδίνο, πολέμησε ως αεροπόρος και μετά την απελευθέρωση παρασημοφορήθηκε.
Ξεκίνησε ως ρεπόρτερ και οι ανταποκρίσεις του από Αλγερία, Κίνα, Γουατεμάλα τού χάρισαν βραβεία και φήμη.
Ο Ζαν Βιλάρ ανεβάζει στο θέατρο έργο του, το 1960 ταινία του βραβεύεται στις Κάνες και το 1968 θεατρικό του για τον Φράνκο απαγορεύεται από τον Ντε Γκολ παρά την αντίθετη γνώμη του Αντρέ Μαλρό.
Τότε ο Γκατί γύρισε την πλάτη στο επίσημο θέατρο και άρχισε να γυρνάει τον κόσμο κάνοντας παραστάσεις πάνω σε πολιτικά γεγονότα, όπως οι απεργίες πείνας των αγωνιστών του IRA, δουλεύοντας με κολεκτίβες και εργαστήρια νέων.
Η Γαλλία (σκηνοθέτες σαν τον Αντουάν Βιτέζ, θεσμοί σαν την Αβινιόν και υπουργοί σαν τον Ζαν Λανγκ) ήταν πάντα υποστηρικτική στη δουλειά του και τα πάμπολλα θεατρικά του.
