Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ενδιαφέρον στο τέλος της σεζόν κύλησε απότομα προς την Πανεπιστημίου, με τις δύο παραστάσεις του Εθνικού στο Ρεξ, από δύο φίλους και συνεργάτες. Οταν στο ρετιρέ του ο Καραθάνος παρουσιάζει την «Οπερέττα» του Γκομπρόβιτς, στο υπόγειο η Κιτσοπούλου δοκιμάζει τα θεμέλια του οίκου με τους δικούς της, εξίσου οπερατικούς, «Τυραννόσαυρους».

Είναι περιττό να σημειώσω ότι στην Πειραματική Σκηνή συμβαίνει το αδιαχώρητο. Η Λένα Κιτσοπούλου είναι ένα φαινόμενο του θεάτρου μας, η μόνη που εκτός από φίλους ή θαυμαστές έχει να επιδείξει κι οπαδούς, με τα χαρακτηριστικά ομάδας: την ακολουθούν όπου και να πάει, η παρουσία της και μόνο τους γεμίζει αγαλλίαση, κι όσο για το ίδιο το παιχνίδι και την απόδοση… αυτά είναι ασφαλώς σημαντικά, αλλά δεν είναι τα κυρίαρχα στη μεταξύ τους σχέση. Το αν παίζει καλό ή μέτριο ποδόσφαιρο μια ομάδα δεν είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο ο οπαδός τρέχει από πίσω της.

Αυτό κάνει πιθανόν τα πράγματα χαλαρά, δεν τους στερεί ωστόσο το ενδιαφέρον. Μπορώ μάλιστα να πω ότι από αυτό το σημείο και μετά αποκτούν σημασία. Τι ακριβώς κάνει η Κιτσοπούλου; Σίγουρα όχι θεατρικό έργο, ούτε δραματουργία. Το τελευταίο της πόνημα στο Ρεξ φέρνει στον νου περισσότερο τις παλιές εκείνες εκδηλώσεις των ντανταϊστών, που ήθελαν πιο πολύ να ενοχλήσουν παρά να συγκινήσουν, να διαλύσουν παρά να χτίσουν, και που χρησιμοποιούσαν για το κομφούζιο σαν όπλα τους την έκπληξη, το χάος, το χιούμορ και πάνω από όλα: τη μωρολογία.

Αυτό είναι το κοινό στοιχείο στις παραστάσεις της Κιτσοπούλου και ίσως το βασικό που αξίζει θεωρητικής ανάλυσης. Ετσι κι αλλιώς οφείλουμε σεβασμό στους μωρολόγους, ειδικά όταν κάτω από τη σαχλαμάρα και το χοντρό αστείο ακούγεται ο μυκηθμός της βουβής απελπισίας.

Στο τέλος τέλος αυτό που λέμε «σαχλαμάρα», ελαφρότητα και ανωριμότητα, δεν δίνει κάποτε παρά το υλικό με το οποίο θα ακουστούν τα σοβαρά, τα βαριά και τα ώριμα. Με ένα τέτοιο υλικό «σαχλοκουβέντας» είναι γραμμένο το «Περιμένοντας τον Γκοντό». Κι εδώ, στους «Τυραννόσαυρους», το μέσον της Κιτσοπούλου μπορεί να είναι η ίδια αφόρητη γελοιότητα, αλλά το μήνυμα βρίσκεται αλλού.

Βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στην απελπισία, -πάντα στην απελπισία. Η Λένα Κιτσοπούλου είναι μια απελπισμένη φαρσέρ του θεάτρου μας. Βαριά πληγωμένη από την απάθεια του κόσμου κι ακόμα βαθύτερα από την απάθεια της τέχνης του. Το αν και το πόσο επιτυχημένη είναι η κάθε της παράσταση, είναι μάλλον δευτερεύον. Το πιο σημαντικό είναι αυτή η ίδια, παραδομένη στην αυτοκατανάλωση και την πολυπληθή μοναξιά που την τριγυρίζει.

Διόλου τυχαία κάποια στιγμή βάζει στο στόχαστρο της σάτιράς της στο Ρεξ τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς… Δες κάτι πράγματα: Θα μπορούσα να θυμηθώ τη Σέρβα πρωθιέρεια του καλλιτεχνικού κανιβαλισμού και χωρίς τη δική της υπενθύμιση… Οπως και θα μπορούσα να σκεφτώ το τι νιώθει για εμάς -για το κοινό που την παρακολουθεί- ακόμα κι αν δεν το έδειχνε έτσι απροκάλυπτα, στεγνά και «στα μούτρα μας».

Δεν ξέρω άλλον καλλιτέχνη που να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται έως αυτού του σημείου. Βάζει τους ηθοποιούς να φάνε σκατά επί σκηνής, και μετά τους κοροϊδεύει ότι κάνουν τέχνη το σκατό τους. Κοροϊδεύει τους «δήθεν» που παρακολουθούν μια εκφυλισμένη τέχνη, αλλά βάζει τους θεατές της να κάνουν ακριβώς το ίδιο! Κατηγορήστε την Κιτσοπούλου για ό,τι θέλετε, όχι όμως για έλλειψη τόλμης ή ειλικρίνειας.

Νομίζω ότι αυτό εκτιμά κι ο κόσμος που την παρακολουθεί: δεν είναι το χιούμορ, το πνεύμα ή το ιδιαίτερο ύφος των παραστάσεών της. Είναι η τιμιότητα και η τόλμη της, μια ρεμπέτικη μαγκιά, τσαγανό που κι αν καλυφτεί πίσω από χίλια πέπλα μεταμοντέρνου και αυτοσχεδιαστικής υστερίας, πάλι τσαγανό θα ’ναι.

Στους «Τυραννόσαυρους» λοιπόν λέει το ίδιο πράγμα με το ίδιο τσαγανό. Σε μια κοινωνία βαθιά διασαλευμένη και αδιασάλευτα ηλίθια, τα πρώτα δείγματα προς εξαφάνιση, οι αληθινοί δεινόσαυροι, -λυπάμαι που θα σας το αποκαλύψω-, δεν βρίσκονται στη σκηνή του θεάτρου αλλά στην πλατεία του.

Στη σκηνή υπάρχει μόνο το θέατρο που μας αξίζει: ένα μπαλέτο σχιζοφρενών (στο πρώτο μέρος της παράστασης), μια ιστορία χωρίς αρχή, μέση και τέλος, ένα χωρατό χωρίς πνεύμα. Ή (στο δεύτερο μέρος της) μια ατέλειωτη εκνευριστική γκρίνια για το οτιδήποτε, τέλμα μυκηθμών και οδυρμών, επεισόδιο δυσκοιλιότητας με τελικό προϊόν μια τέχνη που καταλήγει να τρώει τα σκατά της.

Ακολουθεί μετά μια σύντομη δήλωση απαξίωσης της Κιτσοπούλου από την ίδια την Κιτσοπούλου… και η παράσταση τελειώνει με ένα δελτίο που κατά τη γνώμη μου θα μπορούσε να ενταχθεί αυτούσιο σε ανθολογία αντι-θεάτρου: ένα δελτίο ειδήσεων φτιαγμένο μόνο με επιφωνήματα, ειλικρινέστερα των λέξεων που τα προλογίζουν. Ηχηρά κλάματα πίσω από στερεότυπες «καλές ειδήσεις», άθλια γέλια πίσω από υποκριτικά «άσχημες ειδήσεις».

Δεν απαιτώ από κανέναν να του αρέσει η παράσταση, όπως και δεν προϊδεάζω κανέναν γι’ αυτήν. Εξάλλου, είπαμε, το να σου αρέσει η Κιτσοπούλου δεν σε βγάζει εκτός του πεδίου βολής της σάτιράς της -αντίθετα, σαν να μου φαίνεται κιόλας ότι σε τοποθετεί στο κέντρο…

Οφείλουμε όμως τουλάχιστον να ξέρουμε τι βλέπουμε και σε τι συμμετέχουμε. Κατά την άποψή μου η Κιτσοπούλου είναι μία και μοναδική, με την έννοια πως δεν βρίσκεται εύκολα άλλος που θα επιχειρούσε το ίδιο: εμπνέει διαλύοντας, και χλευάζοντας θρηνεί.

Σε αυτήν την παράσταση έχει αναλάβει κυρίως τον ρόλο της σκηνοθεσίας και της συγγραφής, αφήνοντας χώρο στους άλλους ηθοποιούς. Ο Γιάννης Κότσιφας είναι βέβαια ο μεγάλος ακροβάτης εδώ, στα τακούνια του μπουρλέσκ, κλόουν και την ίδια στιγμή ποιητής. Αληθινά υπέροχος.

Οι υπόλοιποι συμμετέχουν με αφοσίωση στο ίδιο πανηγύρι πνιχτής απελπισίας: Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Γιώργος Κισσανδράκης, Λένα Κιτσοπούλου, Εμιλυ Κολιανδρή, Ιωάννα Μαυρέα, Μάριος Παναγιώτου, Δανάη Σαριδάκη και Βασίλης Σαφός.