Το βιβλίο αυτό περιέχει την ένταση μιας αναζήτησης χωρίς ευκολία, νιώθεις τη δύναμη της λογοτεχνίας να ανιχνεύει τη ζωή, και μάλιστα βλέπουμε μια συνταρακτική αφήγηση για την ανάγκη διαφυγής από το υπάρχον
Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
Είναι δύσκολο να γράφεις ξέροντας πως η ζωή σου ξεγλιστρά, την ώρα που ο χρόνος χάνει τη δύναμη για απόφαση, ξέροντας ότι με αυτόν τον τρόπο τίποτα δεν μπορεί να αρχίσει. Είναι εξαιρετικά εύκολο να αποδυθείς στον αγώνα του εμπορεύματος της συνήθειας, του κοινού και κατασκευασμένου γούστου∙ όμως, από μακριά έρχεται μια συνειδητοποίηση της γραφής ως μέρος μιας επώδυνης αυτογνωσίας, ως συστατικό στοιχείο του αναστοχασμού.
Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό νιώθεις την ένταση μιας αναζήτησης χωρίς ευκολία, νιώθεις τη δύναμη της λογοτεχνίας να ανιχνεύει τη ζωή, και μάλιστα εδώ βλέπουμε μια συνταρακτική αφήγηση για την ανάγκη διαφυγής από το υπάρχον. «Είμαστε ακόμα εδώ σημαίνει δεν μας έχουν ακόμα ξεφορτωθεί.
Δεν γλιστράμε σαν σκιές στα μονοπάτια του δημόσιου βίου, δεν έχουμε γίνει η εκτυφλωτική απουσία που δομεί ιεραρχικά τον δημόσιο βίο σας» μας λέει η Μπάτλερ στο έργο «Απαλλοτρίωση» που έγραψε με την Αθηνά Αθανασίου και μας θέτει στον πυρήνα του υπέροχου αυτού βιβλίου. «Τέλος, σαν τους περισσότερους από εμάς είχε συνηθίσει το ξύλο.
Γιατί ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του, όπως η πίκρα της ταπείνωσης και η ασκήμια που μας τύλιγε απ’ όλες τις μεριές σαν αυτή την καταραμένη τύχη που μας είχε παραδώσει δεμένους χειροπόδαρα, σ’ αυτά τα απρόσωπα ερείπια». Αυτή η φράση του ήρωα είναι μια δυνατή κραυγή, όμως δεν συνιστά διδαχή αλλά καθαρή λογοτεχνία. Οι στιγμές, ανάσες, του έρωτα, του ποδοσφαίρου, της καθημερινότητας, της αλληλεγγύης είναι εκπληκτικές.
«Εξάλλου δεν τράβηξα μακριά τη ζωή μου γιατί δεν υπήρχαν και πολλά να κάνω. Και θέλω να το δηλώσω ευθύς εξ αρχής, δεν λυπάμαι που τελείωσα. Δεν έχω την παραμικρή νοσταλγία των δεκαοκτώ βασανισμένων χρόνων της δύσκολης ζωής που μου δόθηκε να ζήσω».
Αυτή η φράση στοιχειώνει από την αρχή το υπέροχο αυτό βιβλίο, ορίζει τον τόπο και τον χρόνο. Είναι ο τόπος αυτών που ο Μπάουμαν ονόμασε «ανθρώπινα απόβλητα», όσο για τον χρόνο αυτό είναι εύκολο, το αδιάκοπο παρόν. Το βιβλίο πραγματεύεται τη ζωή εφήβων σε ένα προάστιο της Καζαμπλάνκα, έναν στην ουσία σκουπιδότοπο. Η ιστορία στηρίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός.
Τον Μάιο του 2003, σαράντα πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην Καζαμπλάνκα εξαιτίας μιας σειράς επιθέσεων αυτοκτονίας που έπληξαν μεταξύ άλλων το ξενοδοχείο «Φάρα» και το ισπανικό εστιατόριο «Casa de Espana», οι δράστες της επίθεσης, όλοι νεαροί, προέρχονταν από το Σίντι Μούμεν. Με δύο τεχνάσματα ο συγγραφέας προοικονομεί το τέλος, ο αφηγητής είναι ήδη νεκρός και μάλιστα ξέρουμε ότι αυτό συνέβη από την κατήχηση ενός ιμάμη.
Αυτά τα τεχνάσματα είναι απαραίτητα για έναν συγκλονιστικό λόγο, τον συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει η ηθικολογία, ο καταλογισμός, η παράθεση και τελικά το εύκολο συμπέρασμα. Δεν είναι οι ερμηνείες του ιερού πολέμου αυτές που εκκινούν τη γραφή του, είναι η παράθεση της φωνής σε αυτούς που δεν έχουν, μια φωνή-κραυγή που ζητά εξηγήσεις.
Ο θάνατος δεν έκρυβε την ανακούφιση που τους έταξαν, τα αδιέξοδα επιτείνονται. Ο ιμάμης είναι μέρος ενός άθλιου πολιτικού συστήματος και η επιρροή του είναι μεγάλη μόνο εξαιτίας του απόλυτου αποκλεισμού.
«Ενας πεζός μπορούσε να περάσει πλάι από τη γειτονιά μας χωρίς να υποψιαστεί ούτε για ένα λεπτό την ύπαρξή της». Αυτή η εναρκτήρια φράση είναι συνταρακτική. Κάθε μέλος της ομάδας που παίζει ποδόσφαιρο σε αυτόν τον χώρο δίνει μέσα από τη δική του οπτική την εικόνα μιας ζωής που αντέχει, που αναζητά τη διέξοδο, δίνει τη γλυκύτητα της αλληλεγγύης, το στίγμα της εξέγερσης ελλοχεύει σε κάθε πτυχή του αποκλεισμού τους.
Γιατί το βασικό θέμα του έργου είναι ο αποκλεισμός, η οριστική ταφή των ανθρώπων αυτών, από τους οποίους ζητάμε επίσης να μην κραυγάζουν, να υπομείνουν με καρτερία το προδιαγεγραμμένο τέλος. Η διάλυση του αστυνομικού τμήματος και η μη επαναφορά του είναι μια στιγμή άρνησης και κατάφασης συνάμα. Αγγίζουμε σε αυτό το έργο το τέλος της ανάλυσης της Αρεντ για τον ολοκληρωτισμό και τη ρήση της για το «δικαίωμα στο δικαίωμα».
Δηλαδή την αποτροπή της εξουσίας να μπορεί να εξοστρακίσει τον άνθρωπο από την ανθρωπότητα. «Είμαστε ανθρώπινα συντρίμμια, δεν έχουμε σπλάχνα, γι’ αυτό σκούζουμε τις νύχτες». Η φράση του Ντοστογιέφσκι βρίσκει σε αυτό το έργο πλήρη ανάπτυξη. Η γραφή μπορεί να απομακρύνει την ύβριν της λήθης που λειτουργεί ως κατασταλτικός μηχανισμός και που εμφανίζει τον αποκλεισμό ως λογικό. Η λογοτεχνία, λοιπόν, μπορεί να γίνει η κατάθεση του άφωνου, η προσπάθεια να διαλυθεί η αχλή της λήθης και του αποκλεισμού. «Τα Αστέρια του Σίντι Μούμεν» είναι σε αυτό το πλαίσιο μια μεγάλη λογοτεχνική στιγμή.
