Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι αριθμοί για τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα που ανέτειλε, είναι απογοητευτικοί, αφού σχεδόν είκοσι χιλιάδες Έλληνες γιατροί έχουν πάρει την απόφαση να ξενιτευτούν, κατά πάσα πιθανότητα χωρίς επιστροφή, αναζητώντας καλύτερη τύχη σε άλλες χώρες, όπως φαίνεται από τα στατιστικά στοιχεία των ιατρικών συλλόγων της χώρας μας, ειδικά την τελευταία επταετία.

Οι χώρες υποδοχής τους είναι  γνωστές και λίγο πολύ αναμενόμενες. Ευρωπαϊκή Ένωση, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Ελβετία και Σαουδική Αραβία, στις πρώτες θέσεις προτιμήσεως.

Αριθμοί σίγουρα που τρομάζουν και οφείλουν να προβληματίσουν πολλούς!

Δεν έλειψαν, ούτε λείπουν τα τελευταία χρόνια δηλώσεις αρμοδίων υπουργών, προέδρων ιατρικών συλλόγων, υπεύθυνων φορέων και επιστημονικών εταιρειών, για το πολύπλευρο πρόβλημα που δημιουργήθηκε και συνεχίζει να υφίσταται.

Προσπάθειες αναδιοργάνωσης του υγειονομικού και εκπαιδευτικού συστήματος ‘επιχειρήθηκε’ τις προηγούμενες δεκαετίες με σκοπό την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απορρόφηση  των Ελλήνων γιατρών στο δημόσιο σύστημα υγείας της χώρας μας, παράλληλα με τον ιδιωτικό τομέα, ώστε να δρομολογηθούν κάποιες στοιχειώδεις προοπτικές  αξιοπρεπούς επαγγελματικής και επιστημονικής εξέλιξης.

Την ίδια στιγμή, όμως, που οι καινούργιοι, κυρίως, Έλληνες γιατροί αναζητούν την τύχη τους στο εξωτερικό, το Εθνικό Σύστημα Υγείας υποφέρει από έλλειψη νέου ιατρικού προσωπικού, ειδικευόμενων και ειδικευμένων,  το οποίο σε λίγα χρόνια θα αναλάβει αναγκαστικά το βάρος της περίθαλψης του λαού, αφού μαθηματικά η μεγάλη πλειοψηφία των νυν υπηρετούντων θα αποχωρήσει πολύ σύντομα για λόγους ορίου ηλικίας, το οποίο τώρα βρίσκεται στο 67ο έτος.

Και ετούτη η κυβέρνηση, όπως και οι αμέσως προηγούμενες, επικρίθηκαν και κατηγορούνται για έλλειψη στιβαρών μέτρων τα οποία θα ανακάμψουν το φαινόμενο της μεγάλης φυγής.

 Όμως ποια είναι η πραγματικότητα και τι  βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά;

Ας ξετυλίξουμε το κουβάρι απ’ την αρχή! 

Πολλά χρόνια πριν, στην αρχή της  δεκαετίας του 1970,  συγκεκριμένα το έτος 1974, ο αείμνηστος καθηγητής της Υγιεινής και Επιδημιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών,  Δημήτρης Τριχόπουλος, αμέσως μετά την επάνοδό του από την Αμερική, έκανε θυμάμαι έκκληση με κάθε ευκαιρία προς την ηγεσία του αντίστοιχου Υπουργείου,  για δραστική μείωση του αριθμού των φοιτητών, γιατί, τόνιζε με έμφαση, τα προβλήματα θα φανούν σε όλο τους το μεγαλείο, κάποια χρόνια αργότερα.

Ήταν η εποχή που η χώρα μας διέθετε δύο μόνον ιατρικές σχολές. Της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.  

Φυσικά δεν έγινε τίποτα προς αυτή την κατεύθυνση! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο αριθμός των φοιτητών σε κάθε έτος, με το γνωστό σενάριο των μεταγραφών από το εξωτερικό, με αμφίβολα επιστημονικά κριτήρια και με εγκληματική  ευθύνη των υπευθύνων του πανεπιστημιακού χώρου, αυξανόταν δραματικά.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε μια δεκαετία αργότερα, όταν κάθε γωνιά της χώρας μας απέκτησε ιατρική σχολή, για λόγους γνωστούς και με το συνολικό αριθμό των γιατρών μας να πολλαπλασιάζεται επικίνδυνα.

Υπουργός Υγείας σκανδιναβικής χώρας που προσκλήθηκε για να δώσει τη γνώμη και τις συμβουλές του για το δρομολογούμενο τότε Σύστημα Υγείας,  εξεπλάγη με τον αριθμό των γιατρών μας, σε δηλώσεις του σε ολοσέλιδη συνέντευξή του σε μεγάλη κυριακάτικη εφημερίδα της Αθήνας, στα μέσα της δεκαετίας του 1980.  

Κάπως έτσι, τελικά, ξεπεράσαμε τον απαιτούμενο αριθμό για την ικανοποιητική λειτουργία του υγειονομικού μας συστήματος.

Όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση σήμερα, η χώρα ούτε μπορεί, αλλά και ούτε και χρειάζεται τόσο μεγάλο αριθμό.

Αριθμητικά στοιχεία υπάρχουν συγκεκριμένα και για όποιον ενδιαφέρεται.

Αναγκαστικά λοιπόν, ένα μεγάλο κομμάτι των γιατρών μας, θα ξενιτευτεί.

Το τι πρέπει να γίνει, είναι εύκολα κατανοητό, γιατί σήμερα παράγουμε περισσότερους γιατρούς απ’ όσους πραγματικά χρειαζόμαστε, χωρίς μάλιστα να υπολογίσουμε το όποιο συνολικό  κόστος ενός τελειόφοιτου ιατρικής ή ενός ειδικευμένου γιατρού που έχει ειδικευτεί στα νοσοκομεία μας, για χρονικό διάστημα περίπου έξι χρόνων.

Κι’ όλα αυτά την ίδια στιγμή που χρειαζόμαστε επειγόντως ένα αριθμό για τη σωστή λειτουργία τους.

Όσον αφορά τώρα για την τελευταία εφταετία της πολύπλευρης κρίσης, παρά τις κατά καιρούς ανακοινώσεις των υπουργών προηγούμενων κυβερνήσεων,  μόλις πρόσφατα, ευτυχώς, άρχισαν κάποιοι διορισμοί με την επαναλειτουργία των  Συμβουλίων Κρίσης των Γιατρών. 

Από τα παραπάνω που αναφέρθηκαν, εννοείται ότι απαιτούνται δραστικές προσπάθειες και κυρίως ενέργειες ώστε να ελαττωθεί ότι  κακό ανεξέλεγκτα δημιουργήθηκε, τις προηγούμενες  δεκαετίες.  

Εδώ που φτάσαμε δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού για τους επικεφαλής του Υπουργείου, οι οποίοι ενώ δεν φέρουν καμία ευθύνη, πρέπει εκείνοι να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.  Και φυσικά δεν αρκούν τα όποια ημίμετρα!