Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά τον εκ μέρους μας σχολιασμό την περασμένη κιόλας εβδομάδα του «1984» από την Κατερίνα Ευαγγελάτου στο Βασιλάκου, ποια θα μπορούσε να είναι καταλληλότερη συνέχεια από την αντίστοιχη θεώρηση της «Δίκης» του Θωμά Μοσχόπουλου στο Πόρτα…

Ετσι κι αλλιώς, είτε «καφκικός» είτε «οργουελικός» ο κόσμος που αναδύθηκε στα ευρωπαϊκά γράμματα μετά τον Α’ Παγκόσμιο και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σαν απάντηση στο παλιό μυθιστόρημα της αισιοδοξίας και του θετικισμού, αποκτά για εμάς σήμερα ιδιαίτερη σημασία.

Κι είναι ευτύχημα ότι το θέατρο μας δίνει τη δυνατότητα όχι μόνο να τον δούμε μέσα από τις δύο διασκευές, αλλά και να τον εξετάσουμε σαν αποτέλεσμα μιας κοινής διάψευσης, σαν προειδοποίηση ενός κοντινού εφιάλτη.

Η «Δίκη» ως γνωστόν είναι ένα ανοιχτό κείμενο και κατ’ ουσίαν ημιτελές, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλοί νόμιμοι τρόποι να το διαβάσεις, να το ολοκληρώσεις και να του δώσεις ένα τέλος.

Αν πιστεύετε λόγου χάρη ότι αυτό που εννοεί ο Κ. είναι κάτι βαρύγδουπο, όπως, ας πούμε, το προπατορικό αμάρτημα, η αίσθηση της ενοχής ή της παρουσίας του Θεού, τότε βρίσκετε στη «Δίκη» -μαζί με πολλούς άλλους – μια σπουδαία μεταφυσική αλληγορία.

Αν πιστεύετε πάλι ότι όλα αυτά σχολιάζουν τη δαιδαλώδη απρόσωπη γραφειοκρατία, στην οποία κτίζεται η έννοια της θεσμικής εξουσίας, τότε δεν απέχετε πολύ από να ανακαλύψετε στον Κάφκα έναν πολιτικό συγγραφέα.

Μπορεί πάλι τίποτα από αυτά να μη σας ικανοποιεί: όλα ανήκουν φανερά στον χώρο ενός ονείρου, που ξεκινά σαν αστεία παρέκβαση και καταλήγει σε οδυνηρό εφιάλτη…

Είναι αμέτρητες πράγματι οι αναγνώσεις του Κάφκα.

Αυτό ωστόσο που σημειώνουν οι σημαντικότερες είναι το χιούμορ του.

Χιούμορ που φωτίζει στις πιο σκοτεινές σκέψεις του με τη λάμψη της ανατροπής, της ειρωνείας και της πνευματικότητας.

Εχω την εντύπωση ότι σε αυτό το μαύρο χιούμορ στηρίζει ο Θωμάς Μοσχόπουλος τη δική του διασκευή.

Πράγματι, η αφορμή για το γράψιμο της «Δίκης» είναι η επινόηση μιας απίθανης -κατ’ ουσίαν φαρσικής- κατάστασης στην οποία άθελά του μπλέκει ο άμοιρος Γιόζεφ Κ.

Χωρίς να έχει κάνει τίποτα το αξιόποινο (και δεν είναι εκεί, τέλος πάντων, το θέμα), χωρίς να καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει, ο Γιόζεφ βρίσκεται στο κέντρο μιας δικαστικής υπόθεσης, στην οποία λαμβάνει ταυτόχρονα τη θέση του ενόχου και του θύματος.

Μέχρι εδώ τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι έως και ξεκαρδιστικά, αν έξαφνα (κι αυτό το «έξαφνα» είναι το κύριο καφκικό επίρρημα) ο δισδιάστατος λαβύρινθος δεν υψωνόταν και καθ’ ύψος.

Σταδιακά η αρχική φάρσα γίνεται ένα τεράστιο δαιδαλώδες αρχιτεκτόνημα, φτιαγμένο με τοίχους γραφειοκρατικού μπετόν, κλίμακες υπερβατικής αναγωγής και παγίδες υπερρεαλιστικής ανατροπής.

Από εκεί ξεκινάει λοιπόν και ο Θωμάς Μοσχόπουλος. Στα εργαλεία του βρίσκεται το θεατρικό κλίμα της πρώτης εποχής του Μεσοπολέμου, οι παρυφές του εξπρεσιονισμού και η τότε πρωτοπορία (με όλη την ανατρεπτική της τρέλα).

Μέσα σε ένα αλλοιωμένο σκηνικό κόσμο, με παράδοξη λοξή γεωμετρία, με την αγριότητα του γκροτέσκ και την ένταση του υπερρεαλιστικού σουαρέ, ο σκηνοθέτης στήνει τη δική του «Δίκη».

Στο βάθος ακούγεται ο μετρονόμος να μετρά το ξετρελαμένο τέμπο, οι ερμηνείες των ηθοποιών ακουμπούν σε μια απαγγελτική, ένα βήμα πριν το τραγούδι, διδασκαλία…

Οι ηθοποιοί δεν ερμηνεύουν, αλλά παρουσιάζουν αφηγηματικά, τριτοπρόσωπα και πίσω από απρόσωπες μάσκες την ιστορία του Γιόζεφ, καθώς αυτός χύνεται από τη μια σκηνή στην επόμενη, κρατώντας άλλοτε τις πόζες του βωβού, άλλοτε τις στάσεις του επικού θεάτρου (επιμέλεια κίνησης της Σοφίας Πάσχου).

Το ένα σκηνικό χύνεται αδιάκοπα στο καλούπι του άλλου και τα πάντα μετασχηματίζονται σε ενιαία ύλη, σε σκηνική πλαστελίνη, που αναδημιουργείται ξανά και ξανά με φαρσική ορμή (σκηνικά της Ευαγγελίας Θεριανού, κοστούμια της Κλαιρ Μπρέισγουελ, φωτισμοί της Σοφίας Αλεξιάδου).

Ο Μοσχόπουλος έχει άλλωστε αυτή την ικανότητα: διδάσκει τα έργα του σαν μονοκονδυλιά, χωρίς διακοπές, με αλλαγές που ακολουθούν τη ροή του συνειρμού.

Και από την άλλη γνωρίζει όσο κανείς άλλος να στήνει τα έργα στον σωστό ρυθμό: εδώ, στη «Δίκη», επιβάλλεται ο ρυθμός να είναι γρήγορος, αγχωτικός κι ονειρικός, να συντονίζει τα νευρόσπαστα σε μια υπερ-κουρδισμένη μηχανή.

Κι όλα να ανήκουν στη δικαιοδοσία του θεάτρου… Ο Θωμάς Μοσχόπουλος έστησε μια παράσταση που παρουσιάζει τη «Δίκη» σαν παιχνίδι θεατρικότητας.

Και δικαίως το θέατρο του το ανταποδίδει με το πιο θερμό χειροκρότημα.

Η «Δίκη» στην Πόρτα ανήκει στη σπάνια εκείνη στιγμή όπου μια σκηνική διασκευή μάς πείθει να λησμονήσουμε για λίγο την πρώτη πηγή της.

Θα ήθελα όμως να σταθώ σε μια ιδιαίτερη εικόνα της παράστασης.

Πρόκειται για τη μεταφορά επί σκηνής του περίφημου αφηγήματος που συνήθως ονομάζεται «Μπροστά στον Νόμο» -εκεί ο Κάφκα μεταφέρει ως γνωστόν την ιστορία κάποιου χωρικού που στέκει για χρόνια μπροστά στις πύλες του Νόμου, αλλά εμποδίζεται να μπει παραμέσα από τον Θυρωρό.

Ο Μοσχόπουλος επιλέγει να διακόψει σε αυτό το σημείο τον ειρμό της παράστασης με μια τελετουργική κίνηση· σαν κάτι άλλο, με μεγαλύτερο ειδικό βάρος, να παρεμβάλλεται στη ροή: πρόκειται για τη χορική απαγγελία από τους ηθοποιούς, για ένα ορατόριο, για μια μυστικιστική τελετή… Ενα ρίγος διαπερνά την ιστορία και μας διαπερνά.

Ακολουθώ κι εγώ τη φιλοσοφία της Πόρτας που θέλει οι νέοι ηθοποιοί της να αναφέρονται ομαδικά, ώστε να μοιράζονται συλλογικά την ευθύνη και τον έπαινο: Σωκράτης Πατσίκας, Κίττυ Παϊταζόγλου, Θάνος Λέκκας, Μάνος Γαλάνης, Ειρήνη Μπούνταλη, Παντελής Βασιλόπουλος, Μιχάλης Μιχαλακίδης, Ελένη Βλάχου, Φοίβος Συμεωνίδης.

Τον Γιόζεφ του Μιχάλη Συριόπουλου όμως θα μου επιτρέψετε να τον μνημονεύσω διακριτά: γιατί πάσχει σαν κωμικό πρόσωπο και όμως πεθαίνει με μια λανθάνουσα τραγική αξιοπρέπεια.