Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Εμβληματική φωνή της ποιητικής γενιάς του 1970, πανεπιστημιακός, διαυγής και λεπταίσθητος δοκιμιογράφος, ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας, Νάσος Βαγενάς, φυλλομετρά και ανακατεύει ημερολογιακές σελίδες με αναγνωστικές. Από τον Σουρή της παιδικής ηλικίας και τους Σεφέρη και Καβάφη της φοιτητικής περιόδου, έως τον Ελιοτ, τον Στίβενς και τον Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς διαπιστώνουμε ότι το νήμα της ειρωνικής κράσης του τυλίγεται και ξετυλίγεται σ’ όλη την αυτοβιβλιογραφική διαδρομή του, ενώ, δευτερευόντως, Μαξ Φρις και Χ. Λ. Μπόρχες εμπλουτίζουν την πεζογραφική ροπή του ποιητή.

Επιμέλεια: Mισέλ Φάις

Ας μη γελιόμαστε: η λογοτεχνία βγαίνει μέσα από τη λογοτεχνία σε βαθμό μεγαλύτερο απ’ ό,τι βγαίνει μέσα από τη ζωή.

Γιατί, όσο κι αν είναι έκφραση της εμπειρίας της ζωής, η έκφραση αυτή διαμεσολαβείται από την εμπειρία των λογοτεχνικών έργων που έχουμε διαβάσει.

Η οποία είναι κι αυτή εμπειρία ζωής, ομοούσια με κάθε άλλη εμπειρία – όμως βίωμα επεξεργασμένο, που μας κάνει να αισθανόμαστε καθαρότερα το νόημα του κόσμου.

Ακόμη περισσότερο: η διαμεσολάβηση αυτή είναι μια ιδιότυπη διαμεσολάβηση.

Γιατί ο λογοτέχνης ως αναγνώστης είναι ένας ιδιοτελής αναγνώστης.

Οταν διαβάζει λογοτεχνικά έργα, εκείνο που καθοδηγεί την αναγνωστική προσοχή του είναι περισσότερο μια εγγενής επιθυμία να ανακαλύψει στα έργα των ομοτέχνων του στοιχεία που θα τον βοηθήσουν να διαμορφώσει το δικό του έργο.

Σπέρματα αυτής της ιδιοτέλειας κυοφορούνται, πιστεύω, από την παιδική του ηλικία.

Γιατί για τη λογοτεχνική διαμόρφωση ενός συγγραφέα τα διαβάσματα των παιδικών του χρόνων παίζουν, ανεπίγνωστα, έναν σημαντικό ρόλο.

Από τα δικά μου παιδικά αναγνώσματα δύο άφησαν μέσα μου βαθύτερα ίχνη: τα ποιήματα του Σουρή και το μυθιστόρημα Ναστρεντίν Χότζας του Σοβιετικού συγγραφέα Λεονίντ Σολοβιόφ, στην υπέροχη μετάφραση του Δημήτρη Φωτιάδη.

Ο Σουρής, που οι σατιρικοί του στίχοι είναι λιγότερο ασήμαντοι απ’ ό,τι γενικά πιστεύεται, γιατί διανθίζονται συχνά από ένα ιδιότυπο χιούμορ, με σαγήνευε.

Ηξερα δεκάδες ποιήματά του απ’ έξω, έγραφα μάλιστα στίχους κατά μίμησή του.

Ειρωνικά χιουμοριστικό –και γι’ αυτό εμπνευσμένο δείγμα σοσιαλιστικού ρεαλισμού– ήταν και το μυθιστόρημα του Σολοβιόφ με τον Ναστρεντίν, νέο, ωραίο και πνευματώδη επαναστάτη να ανατρέπει τις πλεκτάνες του κουτοπόνηρου εμίρη της Μπουχάρας.

Πιστεύω ότι οι λογοτεχνικές ρίζες του ειρωνικού στοιχείου, το οποίο η κριτική βρίσκει στην ποίησή μου, ξεκινούν από αυτά τα δύο έργα.

Και είναι κυρίως αυτό το στοιχείο που στα πρώτα νεανικά μου χρόνια –παράλληλα με την προσπάθειά μου να μεταφράσω ποιήματα του Καρντούτσι (που άφησε αργότερα τα αποτυπώματά της στη συλλογή Βάρβαρες ωδές)– με γοήτευε τόσο στο έργο του Μαξ Φρις, ώστε να υποκύψω στον πειρασμό να μεταφράσω το Ο Μπίντερμαν και οι εμπρηστές, παρότι δεν γνωρίζω γερμανικά.

Στο μεταξύ, το 1963, τελειώνοντας το –εξατάξιο τότε– Γυμνάσιο, διάβασα Καβάφη και Σεφέρη.

Ως τότε γνώριζα μόνο την έμμετρη ποίηση (στο Γυμνάσιο φτάναμε ώς τον Παλαμά και τον Σικελιανό).

Ωστόσο, μια κάπως προχωρημένη φιλόλογος μάς διάβασε, στο τελευταίο μάθημα της έκτης τάξης, την «Ιθάκη».

Η αναπάντεχη ανατροπή του τελευταίου στίχου της (τότε δεν ήξερα πώς να τη χαρακτηρίσω) με εξέπληξε, και αγόρασα τα ποιήματα του Καβάφη στη δίτομη έκδοση του Σαββίδη, που μόλις είχε κυκλοφορήσει.

Ταυτόχρονα έτυχε να διαβάσω τη δίγλωσση έκδοση/μετάφραση ποιημάτων του Σεφέρη από τον Ρομπέρ Λεβέκ.

Τότε ένιωσα ότι τα ποιήματα που διάβαζα προηγουμένως ήτανε παλαιά.

Στα φοιτητικά μου χρόνια (αλλά και ώς σήμερα) ο Καβάφης και ο Σεφέρης ήταν οι αγαπημένοι μου ποιητές. Μου πήγαινε η οικονομία των συναισθημάτων τους.

Γράφοντας στίχους προσπαθούσα να απαλλαγώ από τη βαριά σκιά τους.

Ενιωθα ότι η διαμόρφωση ενός ποιητή βγαίνει από μια τέτοια προσπάθεια.

Συνεχίζοντας τις φιλολογικές μου σπουδές στη Ρώμη είχα, το 1970, μιαν αποκαλυπτική εμπειρία.

Ανοίγοντας κατά τύχη ένα βιβλίο σε ένα βιβλιοπωλείο, ένιωσα ένα κεραυνοβόλημα.

Το προκάλεσε η επαφή μου με τη γραφή ενός άγνωστου σε μένα συγγραφέα.

Λεγόταν Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Ηταν η πιο οικονομική (ειρωνική) λογοτεχνική γραφή που μπορεί να υπάρξει (αναφέρομαι στα «διηγήματα» του Μπόρχες, που είναι, στην πραγματικότητα, ποιήματα με πεζογραφική μορφή).

Προϊόν αυτής της εμπειρίας δεν είναι μόνο Η συντεχνία, το μόνο πεζογραφικό μου βιβλίο.

Λίγο αργότερα στην Αγγλία, γράφοντας τη διδακτορική μου διατριβή για τον Σεφέρη (1974-1979), κατάλαβα ότι ο Σεφέρης μπορεί να διδάξει καλύτερα έναν νέο ποιητή όχι με τον τόνο της φωνής του, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο παράγεται ο τόνος της φωνής ενός ποιητή.

Συγχρόνως, η αμεσότερη επαφή μου με την αγγλόφωνη ποίηση (βρετανική και αμερικανική) με έκανε να γνωρίσω καλύτερα, ή για πρώτη φορά, ποιητές από τους οποίους ένιωθα πως μπορούσα να οικειοποιηθώ κάτι (Ελιοτ, Γέιτς, Οντεν, Λάρκιν, Γιούαρτ, Σάντμπουργκ, Στίβενς, Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς).

 Τελευταίο βιβλίο του Ν. Βαγενά είναι η ποιητική σύνθεση «Πανωραία» (Κέδρος, 2016).