Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ξαγρυπνούν τόσοι και τόσοι με τη φωτογραφία της στο προσκέφαλο. Τη βρέχουν ολονυχτίς με τα καυτά δάκρυα ενός απελπισμένου, ανανταπόκριτου έρωτα. Ονειρεύονται ότι την κατακτούν, όμως εκείνη ξεγλιστράει κι απομακρύνεται καθώς την πλησιάζουν. Εχει απόλυτη επίγνωση της εκμαυλιστικής γοητείας την οποία ασκεί. Γουστάρει να σφάζονται παλικάρια στους καλτσοδέτες της. Και τι παλικάρια! Ο αφρός. Ο λόγος για την τζαναμπέτισσα την Ξούλα. «Πού το ψώνισε τέτοιο ονοματάκι;» θα αναρωτηθείτε δικαίως. Ουδόλως συνάδει με την εν γένει περιγραφή. Πρόκειται ασφαλώς περί υποκοριστικού. Προέρχεται απ’ το Ανάπτυξη. Αναπτυξούλα-Ξούλα, πά’ να πει.

Ονόμασε κάποτε την εγγονή του Νίκη για να κερδίσει τις εκλογές ο Ανδρέας Παπανδρέου. Στη Σοβιετική Ενωση τους ένδοξους καιρούς του σταχανοβισμού φώναζαν τα κορίτσια Εργατικότητα, Εντατικοποίηση, Εκβιομηχάνιση, Παραγωγικότητα· βαφτιστικά με τεράστια πέραση. Ετσι πάει! Ορισμένοι φανατικοί αποκαλούν τις θυγατέρες τους με τα σημαίνοντα των πολιτικών τους στοχεύσεων. Παρομοίως την πάτησε και η Ξούλα. Ετυχε να γεννηθεί εποχές παγετού σε μισόσβηστο τζάκι κι οι εκλεκτοί της γονείς είπαν να πρωτοτυπήσουν.

Υποκρίθηκαν αποπληξία οι γιαγιάδες κι έκανε νερά ο παπάς, με τα οποία ξεχείλισε κατόπιν την κολυμπήθρα. Ας όψεται το γενναίο μπαξίσι που βάρυνε τη μέσα τσέπη του ράσου. Ξεχώριζε από πιτσιρίκα η λεγάμενη· όλο τσιριμόνιες και νάζια. Ετρεχαν πίσω της τ’ αγόρια στο Δημοτικό μαγεμένα. Στην πύλη του Γυμνασίου ουρά οι εξωσχολικοί την καμάκωναν με ευρηματικά πειράγματα. «Φρεγάτα μου», «Ξανθέ μου άγγελε», «Τσολιά μου» και τα συναφή. Δεν ήθελε πολύ, πήρε ψηλά τον αμανέ, να σπάνε τζάμια και να ραγίζουν καρδιές· σηκώθηκε στα επουράνια η γαλλική της μυτούλα. Φρένιαζαν οι συμμαθήτριες απ’ τη ζήλια. Σημεία και τέρατα της καταλόγιζε η κακογλωσσιά τους. Εκείνη όμως, βράχος ακλόνητος, βαστούσε διπλή ζώνη άμυνας.

Λάβροι κι ακράταγοι οι πρωθυπουργοί μας, τη λιμπίστηκαν στην πρώτη της άνθιση. «Λούλα, Λούλα, πού είσαι Λούλα» τραγουδούσε άλλοτε σπαρακτικά ο Θέμης Ανδρεάδης. «Ξούλα, Ξούλα» διασκεύασαν το άσμα του Λογό οι εν λόγω και δώσ’ του να βαλαντώνουν στο κλάμα. Ο ΓΑΠ αγάπησε κεραυνοβόλα το ΔΝΤ, εξαγόρασε το πάθος του με μνημόνια, ζαλίκωσε στις πλάτες μας μέτρα κι αντίμετρα, μας έθαψε δέκα πήχες κάτω απ’ τη γη και μόλις η ανάλγητη ερωμένη τον πέταξε κουρέλι στα σοκάκια, να τον να ολοφύρεται κάτω απ’ τα παραθύρια της Ξούλας.

Αμπάρωσε τα σκούρα η πολύφερνη κόρη και κοιτούσε απ’ τις γρίλιες τρομοκρατημένη. Ο Αντωνάκης, και ΘΑμαράθ επονομαζόμενος, διεύρυνε την καταστροφή και, όταν μετέτρεψε τη χώρα σε ερειπιώνες, έπλεξε μονομερές success love story με την Ξούλα και ξεροστάλιαζε στο στενό της. Κι εκείνη σφράγισε τις κουρτίνες απ’ τον φόβο της. Ο θεόσταλτος ΘΑλέξης ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι με τους προκατόχους του, που γρήγορα τον έβγαλε στο στρατί της. Τrue story αποκαλεί το απατηλό μεταξύ τους ειδύλλιο και το επικαλείται κάθε τρεις και λίγο. Ακούγοντας η μικρά τον κυρ Αλέκο Φλαμπέ να δηλώνει πως «απ’ τα μέσα του ’17 και ολόκληρο το ’18 θα δούμε μια Ανάπτυξη που θα τρίβουμε τα μάτια μας» κλείστηκε τρέμοντας στο υπόγειο. Ενίοτε η ομορφιά συνιστά κατάρα.