Μια 92χρονη γυναίκα λίγο πριν πεθάνει προσπαθεί να απαντήσει σε μεγάλα, βασικά ερωτήματα, αυτά που ποτέ δεν την απασχόλησαν στα χρόνια της νιότης, στα χρόνια της ωριμότητας. Σκληρές αλήθειες για την πορεία μιας ολόκληρης ζωής, για όλα εκείνα που γλίστρησαν μέσα από τα χέρια της, εκείνα που αρνήθηκε να αντικρίσει και ν’ ακούσει.
Ο Εντουαρντ Αλμπι έγραψε τις «Τρεις ψηλές γυναίκες» έχοντας στον νου τη θετή μητέρα του, αφότου εκείνη έφυγε από τη ζωή: «Δεν γινόταν νωρίτερα», έχει πει ο ίδιος, «θα έχανα αυτή την εξαιρετική σκηνή θανάτου. Δεν μπορούσα να γράψω το έργο αν το “θέμα” δεν έφτανε στο τέλος του».
Το έργο παίζεται σε σκηνοθεσία Αρη Τρουπάκη στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας με ερμηνεύτριες την Μπέττυ Αρβανίτη, τη Μαρία Κεχαγιόγλου και τη Νεφέλη Κουρή.
Ο Αλμπι έγραψε το έργο κινούμενος από την επιθυμία να τακτοποιήσει, να λύσει μέσα του το θέμα που είχε με τη μητέρα του» λέει η Μαρία Κεχαγιόγλου. «Θετός γιος ενός πάμπλουτου θεατρικού παραγωγού στη Ν. Υόρκη, κακός γιος όπως έλεγε ο ίδιος αλλά και με κακούς γονείς. Σε ηλικία 18 χρονών πήρε μια βαλίτσα κι έφυγε από το σπίτι. Δεν επέστρεψε ούτε για την κηδεία του πατέρα του. Πολλά χρόνια αργότερα αποκατέστησε επιφανειακά τη σχέση με τη μητέρα του, όμως η ρήξη ήταν δεδομένη και κράτησε ώς το τέλος. Στις “Τρεις ψηλές γυναίκες”, που γράφει καθόλου τυχαία μετά τον θάνατο της μητέρας του, φαίνεται ότι προσπαθεί να κατανοήσει αυτή τη σκληρή γυναίκα, την εγωιστική συμπεριφορά της, το γεγονός ότι εκείνη δεν τον αποδέχτηκε ποτέ. Στο έργο “εισβάλλει” και ο ίδιος κάποια στιγμή, ένα βουβό αγόρι
Πρώτη φορά συνεργάζομαι με την Μπέττυ Αρβανίτη. Χαίρομαι πολύ που τη γνώρισα, έχουμε αναπτύξει ωραία σχέση και εκτός σκηνής. Είναι άνθρωπος περήφανος, συνεπής, με χιούμορ, καθαρός, ευθύς, χωρίς δεύτερες σκέψεις, κάτι που εμπνέει ηρεμία, ασφάλεια στην επικοινωνία μαζί της.

• Τρεις γυναίκες συνθέτουν ένα πρόσωπο σε τρεις διαφορετικές ηλικίες.
Αρχικά φαίνονται ως διαφορετικές, στην πορεία όμως καταλαβαίνεις ότι η 26χρονη, η 52χρονη και η ηλικιωμένη είναι το ίδιο πρόσωπο σε τρεις ηλικιακές εκδοχές. Μια τερατώδης, κακότροπη γυναίκα, μεταξύ ζωής και θανάτου, αναζητά -με μεγάλη καθυστέρηση- την επίγνωση, διαλεγόμενη με την εποχή της νιότης και της ωρίμανσης.
Βάζοντας απέναντι τον εαυτό της στη νεαρή ηλικία, στη μεσήλικη και στην τωρινή της κατάσταση, επιχειρεί μια συνειδητή αντιμετώπιση της διαδρομής, των επιλογών που καθόρισαν τον βίο της, των ψευδαισθήσεων που την αποπροσανατόλισαν. Κοινό στοιχείο στις γυναίκες το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός, η αλαζονεία, η αυταρχική, ελεγκτική διάθεση, η τάση υποτίμησης των άλλων. Δεν είναι τυχαία «ψηλές», ο Αλμπι δηλώνει την αφ’ υψηλού διάσταση του προσώπου καθώς επίσης και το γεγονός ότι η μητέρα του περνούσε ένα κεφάλι τον σύζυγό της.
• Ποια είναι η γυναίκα της μέσης ηλικίας που ενσαρκώνετε;
Στην κρίσιμη καμπή της μέσης ηλικίας συντελούνται κομβικές μεταβολές στη ζωή μας: απώλειες αγαπημένων ανθρώπων, προδοσίες, διαζύγια, αρρώστιες, ναυάγια σχέσεων, διαπίστωση της φθοράς. Είναι κάπως περίεργο ν’ ακούς μια γυναίκα αυτής της ηλικίας να λέει πως δεν ξέρει τι θέλει. Νιώθει ματαιωμένη, έχει θυμό, πίκρα για τις αναποδιές που της έτυχαν. Δεν αποδέχεται τα λάθη της, εξακολουθεί να ρίχνει το φταίξιμο στους άλλους. Είναι ανώριμη σε σχέση με τη μεγαλύτερή της, ώριμη σε σχέση με τη νεανική εκδοχή της.
Τώρα δεν προλαβαίνει να αλλάξει τίποτα, πεθαίνει. Αν είχε περισσότερο χρόνο ίσως και να μετατοπιζόταν, έστω λίγο. Η επίγνωση, το πώς και το γιατί διαμορφώνουμε έτσι τη ζωή μας, είναι το ζητούμενο ώς το τέλος. Ζούμε σαν να είμαστε αθάνατοι.
Αναγνωρίζουμε τις ευτυχισμένες στιγμές εκ των υστέρων, αφού έχουν προηγηθεί όλες οι λάθος εκτιμήσεις, το άφημά μας, το βούλιαγμα στη σαπίλα. Δεν στοχαζόμαστε πάνω στις πράξεις, τα κίνητρα, τις επιλογές μας ώστε να αναθεωρήσουμε, να προσπαθήσουμε ξανά αλλιώς, να συμφιλιωθούμε με όσα δεν μπορούν ν’ αλλάξουν.
Μου λείπει η συγκίνηση
• Κλείνετε 30 χρόνια στο θέατρο με πολλές, σημαντικές συνεργασίες, ωραίους ρόλους. Ευχαριστημένη;
Νιώθω ότι υπήρξα πολύ τυχερή. Δεν φανταζόμουν πως τελικά θα έκανα αυτή τη δουλειά και μάλιστα μέσα απ’ αυτή τη διαδρομή. Οτι θα ζούσα σ’ αυτόν τον μαγικό κόσμο, θα έπαιζα υπέροχους ρόλους, θα συναντούσα σπουδαίους ανθρώπους που μου έδωσαν εφόδια, όπως τον Μίνωα Βολανάκη, τον Λευτέρη Βογιατζή, τον Δημήτρη Μαυρίκιο, τον Γιάννη Χουβαρδά, τον Νίκο Μαστοράκη, την Μάρθα Φριντζήλα, τον Δημήτρη Καραντζά, τον Γιάννη Λεοντάρη αλλά και δεκάδες ταλαντούχους συναδέλφους μου.
• Τώρα τι επιθυμείτε πολύ;
Μου λείπει η συγκίνηση ως θεατής και ως καλλιτέχνης. Πριν από μέρες ένιωσα μια μεγάλη, απρόσμενη συγκίνηση. Πρόλαβα την έκθεση του Χρ. Μποκόρου στο Μουσείο Μπενάκη λίγο πριν τελειώσει. Μοναδική εμπειρία που με βρήκε εντελώς απροετοίμαστη.
Ενα βαθύ αίσθημα πληρότητας που δεν ξέρεις από πού έρχεται, δεν μπορείς να το εξηγήσεις. Τι είναι αυτό που σε πιάνει στο στομάχι, γιατί τα μάτια σου βουρκώνουν… Σαν να ξυπνάει ξαφνικά ένα κομμάτι ανεξιχνίαστου εαυτού, σαν να ανοίγεις άπειρα μάτια σ’ αυτό που αντικρίζεις… Στη δουλειά μας υπάρχουν στιγμές ενδιαφέρουσες που σε συνεπαίρνουν για λίγο ή περισσότερο, αλλά σπάνια νιώθεις τέτοια συγκίνηση σαν αυτή που μου πρόσφεραν τα έργα του Μποκόρου.
• Στο θέατρο πότε νιώσατε κάτι παρόμοιο;
Πρόσφατα, στην παράσταση της Γεωργίας Μαυραγάνη «Από πρώτο χέρι». Ξέρεις, είναι διαφορετικό το να σε καίει κάτι πραγματικά από το να κατασκευάζεις κάτι που σε καίει… Δυστυχώς, τελευταία όλοι έχουμε μια τάση προς κατασκευή δυνατών αισθήσεων, αισθημάτων.
Και πώς αλλιώς; Οταν κάνεις τρεις δουλειές τον χρόνο, είτε ως σκηνοθέτης είτε ως ηθοποιός, τα περιθώρια δημιουργίας στενεύουν. Δουλεύοντας με τρελούς ρυθμούς -δεν επιβιώνεις αλλιώς-, ξέρω τις επιπτώσεις στην προσωπική ζωή αλλά και στη δουλειά. Οταν αυξάνεται η ποσότητα, μοιραία εκπίπτει η ποιότητα.
• Επηρεάζει και η γενικότερη κατάσταση που ζούμε τα τελευταία χρόνια;
Δεν ξέρω κάποιον που να μην επηρεάστηκε από την κρίση. Πέρασα από πολλά διαδοχικά συναισθήματα: μεγάλο θυμό, οργή, γκρίνια. Δεν βοηθά να περιμένεις από τους άλλους. Προσπαθώ να μη με κυριεύει το μαύρο σκοτάδι. Να παίρνω χαρά από τη δουλειά μου, τους ανθρώπους μου, τα πράγματα που έχουν αξία.
Το θέατρο δεν αφήνει χρόνο για αργίες, γιορτές, διακοπές. Δεν προλαβαίνεις να δεις το παιδί σου, να κάνεις μια κουβέντα χωρίς βιασύνη. Θέλω λοιπόν η ματιά μου να επικεντρώνεται, όσο γίνεται, στα θετικά που μπορώ να εντοπίσω. Να πιαστώ απ’ αυτά γιατί το άλλο, το μίζερο, το απέλπιδο, μπορεί να σε διαλύσει.
Δεν είναι απλό, πάντα φοβάμαι μη χάσω την πίστη στον εαυτό μου, σε κάποιες αξίες. Εχω αγωνία μήπως ένα πρωί ξυπνήσω και δεν αναγνωρίζω το πρόσωπο που βλέπω στον καθρέφτη. Γιατί ζούμε σαν να μας έχουν βάλει στην πρίζα της προετοιμασίας για το χειρότερο: να σχεδιάζουμε πανικόβλητοι, να σπάμε το κεφάλι μας υπολογίζοντας το πώς θα επιβιώσουμε. Με τόσο άγχος, κι όταν όλα έχουν καταρρεύσει τριγύρω, ο κίνδυνος να αλλοτριωθείς σιγά σιγά, να γίνεις κυνικός, απαθής, είναι πάντα παρών.
• Οι νέοι πάντως συνεχίζουν να διεκδικούν τον χώρο τους στο θέατρο σε πείσμα της ανεργίας και των μεγάλων δυσκολιών.
Η περίοδος είναι άσχημη, αλλά μεταβατική. Λείπουν τα πρότυπα, οι φωτεινές προσωπικότητες που υπήρχαν στην εποχή μας. Το καινούργιο όμως οι νέοι θα το φέρουν κάποτε. Ο πιανίστας, ο χορευτής, ο ζωγράφος έχουν πίσω τους σοβαρές σπουδές. Το πεδίο εργασίας του ηθοποιού είναι λίγο απροσδιόριστο γι’ αυτό μοιάζει εύκολο.
Δεν είναι όμως. Οι νέοι νιώθουν μοναξιά, θέλουν να εκφραστούν. Πρέπει να δοκιμάσουν, να πειραματιστούν, να κριθούν. Μ’ έναν τρόπο, παρά τα δεδομένα προβλήματα, είναι δραστήριοι, παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους. Το μέλλον θα δείξει.
