Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με την οικονομική και καλλιτεχνική καθίζηση του Μεγάρου Μουσικής να γίνεται όλο και πιο αισθητή, η μουσική ζωή της Αθήνας περνά σε άλλη φάση, χαρακτηριζόμενη από προϊούσα αποδιοργάνωση και ευκαιρίες πολυκεντρικής ανασύνταξης σε υγιέστερη βάση.

Αυτό καθιστά ιδιαίτερα σημαντικές τις λιγοστές πραγματικά καλές εκδηλώσεις που διοργανώνονται αλλού˙ εξέχον παράδειγμα η απολαυστική βραδιά μουσικής δωματίου που πρόσφερε το πολυεθνικής σύνθεσης τρίο «Bell’arte» στην αίθουσα του «Παρνασσού» (20/2/2017).

Αποτελούμενο από περίπου 30χρονους μουσικούς, τον Ελληνοϊάπωνα βιολιστή Νοέ Ινούι, τον Γερμανό τσελίστα Μπένεντικτ Κλέκνερ και τον Ελληνα πιανίστα Βασίλη Βαρβαρέσο, το νεοπαγές σύνολο έχει ήδη στο ενεργητικό του εμφανίσεις σε διεθνή μουσικά κέντρα.

Στην πρώτη αθηναϊκή τους εμφάνιση, οι «Bell’arte», παρουσίασαν το «Τρίο για πιάνο αρ. 3» (1883) του Ντβόρζακ και το «Τρίο για πιάνο» (1882) του Τσαϊκόφσκι.

Πρόκειται για μείζονα, ευμεγέθη έργα από τον πυρήνα του ρομαντικού ρεπερτορίου, γραμμένα στην α λα Μπραμς/Λιστ ρομαντική «κοινή» της εποχής, χρωματισμένη εν προκειμένω με ευδιάκριτα ακούσματα εθνικού χαρακτήρα: υπογραμμισμένα φολκλορικά στο πρώτο, σε κοσμοπολίτικη αναδιατύπωση στο δεύτερο.

Οι ακμαίοι μουσικοί έπαιξαν με τεχνικά αψεγάδιαστο συντονισμό και με αβίαστα αρθρωμένη σύγκλιση σε επίπεδο έκφρασης και ερμηνευτικού ύφους, ενώ διαφοροποίησαν σαφώς τις ερμηνείες τους ανάλογα με το ιδιαίτερο στίγμα και τον πλούτο διαθέσεων εκάστου έργου.

Στον Ντβόρζακ κυριάρχησαν ορμή και πάθος, αιχμηρότητα φραστικής και ρυθμικό σφρίγος. Στον Τσαϊκόφσκι αναδείχτηκαν η αριστοκρατική ευγένεια έκφρασης, η κυκλικότητα των διαλόγων ανάμεσα στα όργανα, η περιπαθώς «σλάβικη» μελαγχολική, διάθεση, η ένταση της εκφραστικής ρητορικής και το tour de force των δεξιοτεχνικών εξάρσεων στη ροή των παραλλαγών.

Τις αναγνώσεις τους χαρακτήρισαν ευγενώς φορτισμένη διάπλαση της μεγαλόστομης μουσικής ρητορικής, δεινότητα και τεχνική άνεση, μέγιστη εγρήγορση ανταπόκρισης στις μεταπτώσεις, ακρίβεια, ορθοτονικά ασφαλής ήχος, ωραίος ρυθμικός παλμός, πολιτισμένο συναίσθημα, φροντίδα στη λεπτομέρεια.

Παίζοντας με συναρπαστικό σφρίγος, ένταση και ποιότητα ήχου, ο Ινούι ηγήθηκε αδιαπραγμάτευτα των εκτελέσεων δίχως να ακυρώνει τους συνεργάτες του και άρθρωσε συγκινητικές λυρικές στιχομυθίες με το μελωδικό τσέλο του Κλέκνερ.

Αριστος συνοδοιπόρος, ο Βαρβαρέσος εξασφάλισε αδιάλειπτα τη συνοχή του ακροάματος παρέχοντας το φερέγγυο, στιβαρό ρυθμικοαρμονικό υπόβαθρο αλλά και αρθρώνοντας κατονομαστικά, με σβελτάδα και μετρονομική ακρίβεια το ρυθμικό στοιχείο όπου, όσο και όταν ήταν απαραίτητο.

«Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» από τη Λίλια Μπογιατζίεβα

Οι δεσμοί της Λίλια Μπογιατζίεβα με την Ελλάδα και την Αθήνα της δεκαετίας του ΄80 είναι παλιοί, ποικίλοι και γνωστοί: συνεργασίες με το Γ΄ Πρόγραμμα, συναυλίες, διδασκαλία, προσωπική ζωή. Από το 1990 η εξαίρετη Βουλγάρα πιανίστρια ζει στο Παρίσι, δραστηριοποιείται και σταδιοδρομεί διεθνώς.

Ευτυχώς για μας, επιστρέφει τακτικά την Αθήνα για ρεσιτάλ. Τις προάλλες, στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων «Τα πολλά πρόσωπα του Γιόχαν Σεμπάστιαν» έπαιξε στο Μέγαρο Μουσικής τις «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» (1741) του Μπαχ, αφήνοντας άριστες εντυπώσεις (3/3/2017).

Καθώς οι 30 παραλλαγές του κάντορα της Λιψίας γράφτηκαν για πληκτροφόρο του 18ου αιώνα (τσέμπαλο), το στίγμα της εκτέλεσης καθορίστηκε σε σημαντικό ποσοστό από το γεγονός ότι αυτές παίχτηκαν σε μεγάλο πιάνο Στάινγουεϊ.

Μουσικός με ευαισθησία και ευφυΐα, η Μπογιατζίεβα διαμόρφωσε ήχο στεγνό μέσω χρήσης του ποδόπληκτρου, διασφαλίζοντας έτσι την απαραίτητη διαφάνεια και καθαρότητα άρθρωσης ή -για να το πούμε διαφορετικά- αποδίδοντας στο πιάνο τις ποιότητες άρθρωσης της γραφής για τσέμπαλο.

Και ερμηνευτικά, η εκτέλεση συνδύασε την ιστορική αισθητική, εκπορευόμενη από το ύφος της γραφής, με τν νεωτερική -ας την πούμε ρομαντική- έκφραση, που επιτρέπει/υποβάλλει ο ήχος του Στάινγουεϊ: πεντακάθαρη, κρυστάλλινη άρθρωση σε όλες τις ταχύτητες αλλά και πλούσιο εύρος δυναμικών, ευφυώς διαβαθμισμένος στιλιζαρισμένος τονισμός του ρυθμικού στοιχείου (βηματισμός, διασκελισμός, χορευτικός παλμός κ.λπ.), αντιθέσεις ηχητικού βάρους και τραχύτητας στην έκφραση.

Η μουσική ροή αρθρώθηκε με ευρύτατο φάσμα ταχυτήτων και έντονες επιταχύνσεις/επιβραδύνσεις ρομαντικής αισθητικής αλλά, ταυτοχρόνως, με σαφέστατη, ιδιαίτερα ζυγιασμένη ιεράρχηση του συντακτικού της φραστικής σε κύριες, δευτερεύουσες και τριτεύουσες διατυπώσεις.

Τέλος, το παίξιμο ήχησε σαφώς αλλ’ αβίαστα φορτισμένο με συναίσθημα, αποδίδοντας στη σύγχρονη ανάγνωση του Μπαχ μια ευπρόσδεκτα αναστοχαστική διάσταση. Μια ερμηνεία που πρόσφερε καθαρή πνευματική απόλαυση.