Ο Διονύσης Δρόσος είναι καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Ειδικεύεται στην ηθική φιλοσοφία, έναν κλάδο από τον οποίο δικαιούμαστε να περιμένουμε πολλά και πολύτιμα πορίσματα, ιδιαίτερα σε τούτες τις δύσκολες εποχές που ζούμε.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νήσος μια πολύ σημαντική μελέτη του Δρόσου για τον σκωτικό Διαφωτισμό του δέκατου όγδοου αιώνα, με τον εξής ευρηματικό και συνάμα κομψό τίτλο: Το ευγενές εμπόριο της συμπάθειας. Και με τον υπότιτλο: Αστικός πολιτισμός και ηθική κοινότητα στον σκωτικό Διαφωτισμό.
Στο εν λόγω βιβλίο εξετάζονται κατά βάση οι τρόποι με τους οποίους συσχετίζεται η σκωτική ηθική φιλοσοφία, στο πλαίσιο της οποίας αναπτύσσεται η θεωρία των ηθικών συναισθημάτων και ξεχωρίζει η σημαντική έννοια της «συμπάθειας», με την εξέλιξη του εμπορίου, της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας και της αστικής κοινωνίας.
Στον πολυσέλιδο αυτό τόμο (αριθμεί περίπου 750 σελίδες, που ωστόσο διαβάζονται πολύ ευχάριστα) αναλύονται μεταξύ άλλων οι θεωρίες των Ανταμ Σμιθ, Χιουμ, Χάτσεσον, Σάφτσμπερι, Μάντεβιλ και Φέργκιουσον.
Το όλο έργο δομείται σε έξι μέρη. Το πρώτο μέρος (περιέχει 7 κεφάλαια) τιτλοφορείται «Η διαμόρφωση της σκωτικής διανόησης: η Αθήνα του Βορρά και το θερμοκήπιο της ιδιοφυΐας». Ως Αθήνα του Βορρά εννοείται το Εδιμβούργο. Το δεύτερο (4 κεφάλαια) ονομάζεται «Ηθική αίσθηση και φυσική ευμένεια:
η γένεση της ηθικής συναισθηματοκρατίας». Τίτλος του τρίτου μέρους (5 κεφάλαια) είναι «Η εκκοσμίκευση του συναισθηματοκρατικού παραδείγματος». Το τέταρτο μέρος (με 6 κεφάλαια) επιγράφεται «Συμπάθεια και αμερόληπτος παρατηρητής: η διαλεκτική της μέσης ηθικότητας». Πέμπτο μέρος (7 κεφάλαια): «Ιδιοκτησία, δικαιοσύνη και πολιτική: η διαλεκτική του αόρατου και του ορατού χεριού».
Πρόκειται για το πιο πολιτικό μέρος του βιβλίου. Τέλος, το έκτο μέρος (3 κεφάλαια) φέρει τον τίτλο «Τα όρια του συστήματος φυσικής ελευθερίας». Και το βιβλίο ολοκληρώνεται με ένα σύντομο επίμετρο συν ένα εκτενές παράρτημα σε 5 ενότητες.
Προκειμένου να αντιμετωπίσει το απαιτητικό θέμα του, ο συγγραφέας επιλέγει να κινηθεί στο μεταίχμιο μεταξύ της φιλοσοφίας, κυρίως ηθικής και πολιτικής, και της ιστορίας των ιδεών. Αναλαμβάνει να σκεφτεί τις ηθικές και πολιτικές, καθώς και τις πολιτισμικές προεκτάσεις της σκωτικής ουτοπίας του πρώιμου φιλελευθερισμού κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα.
Οι στοχαστές εκείνου του κλίματος οραματίστηκαν μια ειδυλλιακή κοινωνία γενικής και αυθόρμητης εναρμόνισης, χάρη σε ένα «αόρατο χέρι» που θα τα ρύθμιζε όλα με άψογο τρόπο, στην αγορά, στο εμπόριο και στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων.
Στο πλαίσιο της εποχής για την οποία γίνεται λόγος, επιτελείται μια σημαντική μετατόπιση από την κοινότητα προς την κοινωνία: «Παντού, ο Διαφωτισμός παρουσιάζεται ως ιδεολογικό κίνημα ολοκλήρωσης της νεωτερικής μετάβασης από την κοινότητα στην κοινωνία. Αυτή η μετάβαση, σε ό,τι αφορά το πεδίο της ηθικότητας, γίνεται αισθητή, ήδη από τους συγχρόνους της, ως ηθική κρίση».
Τι ακριβώς σημαίνει όμως η έκφραση «ευγενές εμπόριο της συμπάθειας»; Η διατύπωση αυτή δηλώνει την πολιτισμένη ανταλλαγή συναισθημάτων μέσα σε μια δεδομένη ηθική κοινότητα, την οποία οραματίστηκαν και συγκρότησαν οι φιλελεύθεροι «εκσυγχρονιστές» στη Σκωτία του δέκατου όγδοου αιώνα.
Οπως το γράφει ο Δρόσος: «Ονομάζω, λοιπόν, μοντέρνα ηθική κοινότητα αυτή τη μορφή διυποκειμενικής μετοχής στο κοινό κεφάλαιο των ηθικών σταθερών, κατά την οποία ο κάθε μέτοχος αναγνωρίζεται ως τέτοιος, όχι στο μέτρο της προσαρμογής του σε δεδομένες κατά περιεχόμενο αξιακές σταθερές, αλλά στο μέτρο που ο ίδιος συμμετέχει, ως παρατηρούμενος και συγχρόνως παρατηρητής, στη διαμόρφωση του κοινού κεφαλαίου».
Το κάθε υποκείμενο μετέχει στη διαρκή σύσταση και αναπαραγωγή της ηθικής κοινότητας σαν να ήταν μέλος ενός υποθετικού θεάτρου στο οποίο όλοι είναι συντελεστές και συγχρόνως θεατές της παράστασης και όλοι διεκδικούν την αναγνώρισή τους, η οποία είναι αδιανόητη έξω από τη δική τους διπλή συμμετοχή, στη διαδραστική σχέση θιάσου-ακροατηρίου. Δεν υπάρχει κάποιος εξωτερικός παρατηρητής που να αξιολογεί το κάθε μέλος, αλλά η αξιοδότηση λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της κοινότητας.
Το πρόβλημα είναι πως όλο αυτό το εμπειρικό θεωρητικό σχήμα είναι υπερβολικά αισιόδοξο, ούτως ώστε να καταλήγει τελικά σε μια ουτοπία, η οποία διαψεύδεται από την αμείλικτη κοινωνική πραγματικότητα. Ο συγγραφέας κάνει λόγο για την «πολιτική απορία του “παραδείγματος” της συμπάθειας», επισημαίνοντας το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται ο πρώιμος φιλελεύθερος στοχασμός των Σκώτων διαφωτιστών ως προς μια υποθετική αυθόρμητη αρμονία στο πλαίσιο της κοινότητας και της κοινωνίας.
Πολλά ζητήματα ανακύπτουν μέσα από την ανάγνωση της εξαιρετικής αυτής μελέτης του Διονύση Δρόσου, τα οποία αποτελούν ιδανική τροφή για προβληματισμό γύρω από επίκαιρα προβλήματα της δικής μας εποχής. Τα ηθικά συναισθήματα, και ειδικότερα η συμπάθεια (ή η ενσυναίσθηση, η αγάπη προς τον πλησίον, η αλληλεγγύη), άραγε μπορούν να δομήσουν μια συνεκτική κοινωνία; Είναι δυνατόν να εξυφάνουν τον κοινωνικό δεσμό, εξασφαλίζοντας την κοινωνική συνοχή;
Πώς ακριβώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο; Τέλος, η νεωτερική «συμπάθεια» των διανοητών του σκωτικού Διαφωτισμού θα μπορούσε άραγε να γίνει κατανοητή ως γενικό πλαίσιο ρύθμισης του ατομικού και συλλογικού ανθρώπινου βίου, περίπου όπως συνέβαινε με την αρχαιοελληνική έννοια της φιλίας; Ερωτήματα στα οποία καλείται να σκεφτεί και να απαντήσει, βεβαίως, ο αναγνώστης.
