Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Από το μακρινό 1975, όταν είχα ακούσει σε κάποια διάλεξη τον καθηγητή Ι. Θ. Κακριδή να λέει ότι “μόνον ογδόντα οχτώ παππούδες μάς χωρίζουν από τον Ομηρο”, άρχισε να με βασανίζει η ιδέα πόσο μακριά ή πόσο κοντά βρισκόμαστε με τον ομηρικό κόσμο», εκμυστηρεύτηκε σε παλαιότερη συνέντευξή του ο πάντα δραστήριος και αποτελεσματικός Βολιώτης συγγραφέας.

Αυτό ακριβώς προσπαθεί να ανιχνεύσει, να αποδείξει θα έλεγα καλύτερα, με το καινούργιο του βιβλίο, που φέρει τον δημοσιογραφικό τίτλο: Τελευταία νέα από την Ιθάκη.

Ο τίτλος παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο έχει δουλέψει ο Ακρίβος και σε άλλα του βιβλία: δεν είναι πρωτόπειρος στην έρευνα, την αξιοποίηση συνεντεύξεων και προσωπικών μαρτυριών, την αναζήτηση στο ρεπορτάζ, το άρθρο, τον επιστολικό και τον ημερολογιακό λόγο, προκειμένου να οργανώσει και να χτίσει τα πεζογραφήματά του.

Μια πινακοθήκη ανθρώπινων τύπων και αρχετυπικών χαρακτήρων που συνυπάρχουν στην κοινωνία και επαναλαμβάνονται εις το διηνεκές ανακαλύπτουμε στις μυθιστορίες του.

Από τον ομηρικό κόσμο έχει δανειστεί μόνον τα ονόματα των ηρώων με τις προσδιοριστικές ή χαρακτηριστικές τους ιδιότητες και κάποιους στίχους που τις επιβεβαιώνουν: Τηλέμαχος, ο γιος∙ Αθηνά, η προστάτιδα∙ Καλυψώ, η ερωμένη∙ Μέντορας, ο φίλος κ.λπ. Από τη διαχρονική αντιστοιχία επιλέγει άλλοτε πρόσωπα γνωστά και προβεβλημένα και άλλοτε απλούς αγωνιστές της ζωής ή κατατρεγμένους της μοίρας∙ έχει και μια ελιά, στην οποία μετενσαρκώνεται η Ευρύκλεια, η τροφός.

Μιλάει η ζωοδότρα ελιά με τον λόγο της πολυχρονίτισσας γραίας. Ανιστορώντας θυμάται, πονάει, χαίρεται, σαν άνθρωπος με σάρκα και οστά. «Ρωτάνε τι έχω και στέκω συλλογισμένη. Τι να τους αποκριθώ; Πώς να με καταλάβουν; Πέρασα νύχτες θεοσκότεινες, είδα ανθρώπους αλαλιασμένους, ήρθαν χρόνοι δίσεκτοι, μια χαρά, τρεις συφορές». Ο νους εδώ τρέχει αυτόματα στον Σεφέρη: «Τη νύχτα πάνω στην κουβέρτα του “Αη Νικόλα” ονειρεύτηκα μια παμπάλαιη ελιά να δακρύζει», αλλά και στις δημοτικές παραλογές.

Επιλέγοντας το ερωτικό και περιπετειώδες περίβλημα της μυθιστορίας και συμπλέκοντας το πραγματικό με το φανταστικό και το επινοημένο, ο Ακρίβος προσφέρει ένα βιβλίο ποικιλίας και πολυσυλλεκτικότητας που γοητεύει και προβληματίζει συγχρόνως. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει εξ αρχής στη γλωσσική δεξιότητα του συγγραφέα, που παίζει από κείμενο σε κείμενο και προσαρμόζει τον λόγο των ηρώων του στα ιστορικά τους συμφραζόμενα και στην κοινωνική θέση και προέλευση του καθενός.

Τον ρόλο του Λαέρτη, του πατέρα, επωμίζεται ο Γέρος του Μοριά, ο οποίος μιλά με τη γλώσσα που συναντάμε στα Απομνημονεύματα των Αγωνιστών. Ο Μενέλαος, ο βασιλιάς, αφήνει να φανεί όλο το αφασικό αλαλούμ της γλώσσας των οργάνων της τάξεως στο τέλος του 19ου αιώνα, και όχι μόνον. Στον Ελπήνορα, τον άτυχο, έχουμε τις τελευταίες σελίδες από το Ημερολόγιο του Μιχαήλου Χριστουλάκη, εθελοντή στους Βαλκανικούς Πολέμους∙ αξιοπρόσεκτο το αφελές των λαϊκών καταγραφών και η λαχτάρα τού υπέρ πατρίδος πεσόντος να βρεθεί στο σπίτι του πατέρα του στο χωριό, τάζοντας γι’ αυτό σε όλους τους αγίους.

Χρονικά οι μυθιστορίες του Ακρίβου απλώνονται κυρίως στον 19ο και τον 20ό αιώνα, ενώ δεν λείπουν και κάποιες αναφορές στον 21ο αλλά και στον 17ο, ακόμη και στη βυζαντινή εποχή. Ο ατυχής πόλεμος του 1897, οι δύο Παγκόσμιοι, οι Βαλκανικοί, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο Εμφύλιος, όλοι παρόντες. Αλλά και το σύγχρονο προσφυγικό και μεταναστευτικό ρεύμα παράλληλα με εκείνο των αρχών του 20ού αιώνα και με το ξερίζωμα του ’22.

«Η Αθηνά, η προστάτιδα», για παράδειγμα, γίνεται μια Αρμενοπούλα που συμβολίζει «τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου / τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια». Ο Ακρίβος, σε επίπεδο γλώσσας, ακολουθεί τον αφηγηματικό τρόπο του Βαλτινού. Κάποτε, μας μπάζει στο εργαστήρι του και αποκαλύπτει μυστικά της δουλειάς του όπως στο «Εύμαιος, ο πιστός».

Η ειρωνική γλώσσα της ανατροπής, του σαρκασμού ή του διακριτικού χιούμορ διαφαίνεται συχνά κάτω από τις γραμμές του. «H Καλυψώ, η ερωμένη» είναι η ζωηρή σπιτονοικοκυρά, που βολεύει τον χήρο πατέρα του φοιτητή. «Ο Τειρεσίας, ο μάντης» δεν είναι παρά μια καφετζού και χαρτορίχτρα που την επισκέπτονται σπουδαία πρόσωπα.

Θα αναφερθώ ιδιαίτερα σε τρία κείμενα που με συγκίνησαν περισσότερο. Είναι η «Κίρκη, η μάγισσα», όπου ένας πενηντάρης αποτυχημένος δικηγόρος προσπαθεί να επαναπροβάλει, με άλλες πιθανότητες «το έργο της ζωής του».

Το ξεχωρίζω για ‘κείνο το ανολοκλήρωτο χάδι που ήθελε να δώσει στον άγνωστο του πάρκου, συγκάτοικο στο ίδιο παγκάκι, λέγοντάς του «κάνε κουράγιο» και για την κραυγή του άλλου: «Λέω…Λέω, πρώτη φορά είδα τον Χριστό σε άνθρωπο». Το δεύτερο είναι «Η Λευκοθέα, η νεράιδα» για τον σπουδαίο γιατρό της Αντίστασης Πέτρο Κόκκαλη.

Το μαντίλι της Λευκοθέας αντιστοιχίζεται με τις θεραπευτικές φροντίδες ενός ξεχωριστού ανθρώπου και μιας ιδιαίτερης προσωπικότητας της νεότερης Ελλάδας∙ το διακρίνω, για ‘κείνη την «ωραία, ολόμαλλη ελβετική κουβέρτα, καρό άσπρη και πράσινη».

Το τρίτο είναι το καταληκτικό «Οδυσσέας, the one», όπου η μορφή του μοναδικού, πολύπαθου και πολυμήχανου ταξιδιώτη παίρνει την ταυτότητα του νέγρου τραγουδιστή Σλιμ Γκέιλαρντ, γιατί με έκανε να ξανακούσω εκείνο το υπέροχο «Τι σε μέλει εσένανε / από πού είμαι εγώ», «τραγούδι ρεμπέτικο αλλά παιγμένο σε ριθμ εν μπλουζ» και γιατί δείχνει τη συγγραφική εντιμότητα του Ακρίβου, ο οποίος ευχαριστεί τον Ηλία Μαγκλίνη «γιατί χωρίς αυτόν ο “Οδυσσέας, the one” θα είχε άλλη μορφή, ίσως και αλλιώτικη ψυχή».