Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν, σχηματικά, ένα μέρος της γενιάς του ’70 επηρεάζεται από τον Γκίνσμπεργκ και τους μπιτ εν γένει (βλ. ενδεικτικά Λ. Πούλιο) και ένα υπόλοιπο από τη δημοτική παράδοση στην πρόσμιξή της με τον μοντερνισμό (Χ. Μπράβος, Μ. Γκανάς, Π. Κυπαρίσσης), οι νεότεροι ποιητές μας Γ. Ανδρέου (Σέρρες, 1961) και Γ. Στίγκας (Αθήνα, 1977) συναιρούν δημιουργικά τα δύο αυτά ρεύματα συγχρονίζοντας την εκφραστική της τρέχουσας ποίησής μας με νέες μορφικές και θεματικές αναζητήσεις.

Με λόγο λιτό, δραστικό και εν τέλει παραμυθητικό, οι εν λόγω ποιητές, όπως και οι Γ. Πρεβεδουράκης (1977), Μ. Παπαντωνόπουλος (1980) και Ζ.Δ. Αϊναλής (1982), πατούν πάνω στο ιστορικό στοιχείο και μιλώντας άλλοτε με τρόπο «παραπονετικό» κι άλλοτε με βιαιότητα, εναντίον των κατεστημένων, προκρίνουν μια αυθεντική φωνή και στάση στα αδιέξοδα του κόσμου και της εποχής μας.

Πρόκειται για ποιητές που «αποφασίζουν» ―συνειδητά και ασυνείδητα― να καταγράψουν μεταποιώντας σε ποίημα τον παλμό της ιστορικής στιγμής και της τρέχουσας περιόδου, συνηχώντας παράλληλα και την πλούσια ποιητική μας παράδοση στις διακλαδώσεις της.

Ο Ανδρέου ξεκινώντας από τον Ομηρο περνά στη δημοτική και σμυρναίικη παράδοση, για να βγει μέσω του μπιτ και του Καβάφη σε μετα-υπερρεαλιστικές επιφάνειες, ενώ ο Στίγκας από την αμεσότητα και τη φυσικότητα του Γουίτμαν περνά μέσα από τον σύγχρονο αστικό μετασχηματισμό και τον Πόε, τον Καρούζο και τη Μαστοράκη, σε μια μετα-μπιτ δυναμική, προσωπικά κατορθωμένη και αναγνωρίσιμη, εκφραστική.

Πρόκειται για μια ποίηση εν βρασμώ, όχι δηλαδή του αποστάγματος και της περισυλλογής (βλ. ενδεικτικά αυτή του Σεφέρη), ούτε όμως για μια ποίηση της απομόνωσης και της δύσθυμης εσωστρέφειας (της γραμμής Καρυωτάκη), αλλά μια ποίηση κατεβασμένη στον δρόμο και στην Ιστορία, στον «δρόμο προς το περίπτερο» του σύγχρονου αστικού μας τοπίου.

Μια ποίηση που κινείται πέρα από τις γνωστές συνταγές, κομίζοντας κάτι το φρέσκο και αναπάντεχο· στίχοι που γράφονται ως γκράφιτι στους τοίχους των χαμόσπιτων και των εγκαταλειμμένων βιοτεχνικών μας χώρων.

Ενώ ο Παλαμάς, ας μας επιτραπεί, προσπαθεί να προπορευτεί της εποχής του και προτρέχει παίρνοντας θέση, λειτουργώντας ως δημοτικοφανής και ως αισθηματίας που αποβλέπει στον τίτλο του «εθνικού ποιητή», αν και τσακίζεται τελικά παρασυρμένος πάνω στα ερείπια της Μικρασιατικής Καταστροφής, αντίστοιχα ο Στίγκας και ο Ανδρέου εμπλέκονται, καθρεφτίζονται, μεταποιούν σε δυναμικούς στίχους τη νέα πολύπλευρη ιστορική μας κατάρρευση.

Ο Στίγκας «διδάσκοντας» και μια κάποιου τύπου αισιοδοξία, αλλά και αξιοπρέπεια: «Κι ενώ όλα ήταν έτοιμα/ στουπί, βενζίνη και ο άνεμος/ με τη φορά της λύπης μου/ να μπει ένα τέλος οπωσδήποτε// το όνειρο δεν κάνει πλέον ούτε για προσάναμμα […] “Μη!” φωνάζει/ κι αρπάζει τα σπίρτα […] “μπήκαμε στο θαύμα γονατισμένοι/ τουλάχιστον να βγούμε σαν κύριοι”» («Κόμης Λωτρεαμόν»).

Χαιρετά και συνομιλεί με τους νεκρούς ποιητές με οικειότητα, με ευγένεια και με φιλική προδιάθεση και εργάζεται με σπάνια προσήλωση και αποφασιστικότητα έως τέλους, προσπαθώντας να προσκομίσει μηνύματα από έναν κόσμο όπου οι δονήσεις του είναι άλλες, άλλα τα χρώματα και άλλη η υφή του.

Ο Ανδρέου με το προσωπικό, ώριμο, πικραμένο και ενίοτε θυμωμένο «τραγούδι» του, με την κόκκινη, σύγχρονη παραλογή του, μας παραδίδει ένα άγριο βιβλίο όπου ο θάνατος και το αίμα είναι διαρκώς παρόντα.

Οι εσχατολογικές εικόνες μιας αγροτικής και αστικής μυθολογίας, φέροντας το παραμιλητό ενός κεντρικού προσώπου-αφηγητή, επαναπροσδιορίζουν τη σχέση μας με το τρομακτικά κοντινό και συμβαίνον παρελθόν και το αμετάκλητο απομακρυνόμενο παρόν.

Διαβάζουμε: «Κι απόμεινα εγώ/ να λειτουργώ την ετοιμόρροπη εκκλησία», «Δύσκολο ρούχο η μοναξιά, κακός μπελάς, αδιάβατος» και:

«Μάνα, μάνα γλυκιά, γιατί με γέννησες/ Γιατί με πέταξες σαν ξεροκόμματο στου αγριεμένου κόσμου το συμπόσιο;/ Βαθιά σου όφειλες να με κρατήσεις/ Μέσα στης μήτρας τα σεντόνια να με πνίξεις/ Υστερα να διαλέξεις δυο σκυλιά φυματικά/ Στη μαύρη γης να ορμήσουνε γαβγίζοντας γινάτι/ Σέρνοντας το κουφάρι μου το αγέννητο/ Ετσι όπως το άρμα του Πηλείδη σκύλεψε/ Το αδειανό του Εκτορα πουκάμισο».