Μια γυναίκα «κλείνει ταμείο» της ενήλικης ζωής της, παραμονή Πρωτοχρονιάς, μόνη, κατάμονη, σ’ ένα διαμέρισμα στο κέντρο του Παρισιού. Εγκαταλειμμένη από όλους, αποξενωμένη, προδομένη. Στον παραληρηματικό μονόλογό της ανακαλεί βίαια σχέσεις και άσχημα βιώματα, αποδίδει ευθύνες, εκθέτει την αφόρητη μοναξιά της, ενώ το γήρας πλησιάζει.
Η Μάνια Παπαδημητρίου ερμηνεύει στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας τον «Μονόλογο», κείμενο που βασίζεται στο ομότιτλο έργο της Σιμόν ντε Μποβουάρ από το τρίπτυχο βιβλίο της «Προδομένη γυναίκα» (1967) με ηρωίδες γυναίκες μέσης ηλικίας, που ωριμάζουν και νιώθουν ολόγυρα την προδοσία. Η Γαλλίδα συγγραφέας, η «μητέρα του φεμινισμού», σ’ αυτό το ψυχογράφημα τοποθετεί τον άνθρωπο απέναντι στον εαυτό του, τις ευθύνες, τις αποτυχίες του.
Η Μιριέλ με αφοπλιστική ωμότητα θέτει θέματα αυταπάτης. Οι κακές επιλογές στη ζωή της πολλές, όπως και τα λάθη των άλλων. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ αφήνει τον θεατή ν’ αποφασίσει για την αιτία της ανθρώπινης μοναξιάς και τις επιπτώσεις που απορρέουν από τις σχέσεις της αστικής οικογένειας.
«Το έργο ήταν πρόταση της σκηνοθέτριας Αθηνάς Κεφαλά πριν από τρία χρόνια», λέει η Μάνια Παπαδημητρίου. «Η Αθηνά είχε δουλέψει αυτό το κείμενο στο Παρίσι με τον Βιτέζ, αγαπημένο της δάσκαλο. Σκέφτηκε ότι μου ταιριάζει και μου το πρότεινε. Για πρώτη φορά το παίξαμε στο “Poems ‘n’ Crimes”, φιλοξενούμενοι στο βιβλιοπωλείο και στέκι πολιτισμού του Σάμη Γαβριηλίδη. Στο πατάρι, μ’ ένα τραπέζι για σκηνικό.
Ηταν μια προσπάθεια να δείξουμε εμπράκτως ότι υπάρχει τρόπος να κάνεις τέχνη με καθόλου ή ελάχιστα χρήματα. Το πετύχαμε χάρη στη βοήθεια του συγκεκριμένου χώρου. Οταν ήρθε η πρόταση από το Κεφαλληνίας -σ’ αυτόν τον τόσο ζεστό χώρο της Β’ Σκηνής, όπου προσωπικά έχω παίξει άλλες δύο φορές- η παράσταση ήταν έτοιμη. Είχαμε ήδη πάει με αυτήν στην Πάτρα στο Λιθογραφείο, στη Θεσσαλονίκη στο Αριστοτέλειο και σε διάφορους χώρους μικρούς γύρω από την Αθήνα. Τέλος Μαρτίου θα πάμε στις Βρυξέλλες, όπου μας έχουν καλέσει».
• Στο συγκεκριμένο κείμενο βλέπουμε τη Σιμόν ντε Μποβουάρ ως τη μαχητική φεμινίστρια που γνωρίζουμε;
«Η γυναίκα δεν γεννιέται, γίνεται», έχει πει η Σιμόν ντε Μποβουάρ, κάτι που μοιάζει να αποδεικνύεται σε κάθε στροφή της σκέψης της Μιριέλ, η οποία ως γυναίκα χρειάζεται τον άντρα και τον διεκδικεί, ωστόσο δεν μπορεί να τον κρατήσει, αφού δεν ακολουθεί το πρότυπο της συμβίωσης ώς το τέλος. Μοιάζει να παραπαίει ανάμεσα στο τι ανέχεται και στο πόσα δεν μπορεί να ανεχθεί.
Ομως κατηγορεί για όλα τους άλλους κι αυτό η συγγραφέας φαίνεται να το καυτηριάζει. Λέει για τους γείτονες: «Εχω τη φήμη της στρίγκλας στη γειτονιά και είναι φυσικό, αφού η συμπεριφορά τους είναι τόσο διεστραμμένη όσο είναι καμιά φορά και η δική μου». Στην ίδια φράση κατηγορεί τους άλλους αλλά και τον εαυτό της… Ενα παραλήρημα όπου η αλήθεια και το ψέμα, η προκατάληψη και η αποκάλυψη κρυμμένων μυστικών της ύπαρξης συνυπάρχουν και εναλλάσσονται διαρκώς, μ’ έναν αυτοσαρκαστικό τρόπο.
• Η γυναικεία χειραφέτηση έπειτα από αγώνες δεκαετιών είναι ένα κερδισμένο στοίχημα;
Αυτό είναι αλήθεια ένα ερώτημα που με απασχολεί πολύ συχνά σε κάθε διεκδίκησή μου, σε κάθε μικρή διαπραγμάτευση στη δουλειά ή στην κοινωνική μου ζωή με άντρες. Νιώθω πραγματικά ότι κάθε γυναίκα πρέπει να έχει δύο πρόσωπα. Ενα που θα δείχνει για να μπορεί να διαπραγματεύεται αυτά που ο φεμινισμός την έχει κάνει να κερδίσει. Κι ένα που θα δείχνει στον άντρα που αγαπά και στην οικογένειά της για να μπορεί να ζει εν ειρήνη. Αυτό είναι σχιζοφρενές.
Αλλά δεν είναι το μόνο στην εποχή μας. Βλέπεις, π.χ., πώς κρίνονται οι γυναίκες στην πολιτική. Με τι λεξιλόγιο και με τι όπλα τις κατακρίνουν όταν θέλουν να το κάνουν, και σκέφτεσαι πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Μετά ακούς μια όμορφη και γενναία κουβέντα από έναν άντρα για τη μητέρα του, την αδελφή του ή για την αγαπημένη του, και λες «όχι, έχουν αλλάξει πολλά».
Ο φεμινισμός άνοιξε τον διάλογο για έναν χώρο πολύ πιο πολυσήμαντο απ’ όσο μπορούν οι λέξεις και οι θεωρίες να εκφράσουν. Είναι σαν να ψάχνεις να βγάλεις από πρόσωπα τις μάσκες που έχουν μάθει να φορούν επί αιώνες, δίχως να ξέρεις αν θα είναι σε θέση να επιβιώσουν χωρίς αυτές, δίχως να ξέρεις τι μάσκες θα φορέσουν μετά ώστε να μη νιώθουν εκτεθειμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον.
Σήμερα βλέπουμε γυναίκες να φορούν τη μάσκα του άντρα κι απέναντι άντρες ολότελα αμήχανους, γιατί ενώ το δέχονται ως δικαίωμα από τις γυναίκες, είναι κάτι που δεν τους αρέσει, τους τρομάζει ή τους ενοχλεί… Μπερδεμένα πράγματα, που ο καθένας τα λύνει μόνο με τον εαυτό του ή δεν τα λύνει ποτέ.
• Η λογοτεχνία έχει αποκτήσει πια «νόμιμα» δικαιώματα στη σκηνή.
Υπάρχει το πρώτο πρόσωπο και η αφήγηση που επιτρέπει να εισχωρήσεις στην υποκριτική, τόσο ως καλλιτέχνης που ερμηνεύει, όσο και ως θεατής που ακούει. Μου αρέσει πολύ ν’ ακούω αφηγήσεις, περισσότερο από διαλόγους χωρίς ουσία. Προτιμώ ένα λογοτεχνικό κείμενο αδιαμφισβήτητης αξίας από ένα μέτριο θεατρικό κείμενο.
Επιπροσθέτως η αδυναμία των ημερών να κάνεις παράσταση με πάνω από δύο πρόσωπα σε περιορίζει, σε αναγκάζει να καταφύγεις σε παλιά δοκιμασμένα κείμενα. Ομως ο «Μονόλογος» της Μποβουάρ δεν είναι μόνο λογοτεχνία, είναι απολύτως θεατρικός, παραληρηματικός μονόλογος. Στη Γαλλία παίζεται κάθε χρόνο. Και στην Ελλάδα έχει ξαναπαιχτεί από τη Μαρία Ξενουδάκη.
Μάλιστα, φέτος, στο Παρίσι παίζεται και από άντρα. Φαίνεται πως τα προβλήματα των γυναικών δεν είναι πια μόνο των γυναικών… Ο φόβος του θανάτου και η αϋπνία εξαιτίας αυτού του φόβου βασανίζουν κάθε μόνο άνθρωπο μιας μεγαλούπολης το βράδυ της παραμονής Πρωτοχρονιάς. Μπορεί να τηλεφωνήσεις κάπου για βοήθεια και να σ’ το κλείσουν κατάμουτρα, χωρίς καμία ενοχή. Η Μίριελ δεν ζητά βοήθεια, απαιτεί, εξοργίζοντας τον συνομιλητή της που κλείνει το τηλέφωνο, την αποφεύγει. Ετσι μένει πάλι πιο μόνη από πριν. Αυτό στην εποχή μας μπορεί να το πάθει ο καθένας…
• Τι μπορεί να υπερασπιστεί η γυναίκα στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης;
Η κρίση δημιουργεί συνεχώς ενοχές σε όποιον έχει την ευθύνη του οικονομικού προϋπολογισμού ενός σπιτιού, άντρες και γυναίκες. Η κατάσταση δοκιμάζει τα νεύρα, την αγάπη και την ανοχή των μελών της οικογένειας, μ’ έναν τρόπο που η γενιά μας δεν είχε ζήσει προηγουμένως.
Το έργο δεν διαδραματίζεται σε εποχή τέτοιας κρίσης αλλά σε περίοδο φαινομενικής αστικής ευμάρειας, που όμως αρχίζει να αλλάζει. Η Μίριελ μιλάει για ταξίδια που είχε κάνει, για μια ζωή πιο πλούσια, που τώρα δεν έχει πια. Μοιάζει να μην έχει θέρμανση στο διαμέρισμα. Αλλά τα προβλήματα που την απασχολούν δεν φαίνεται να βρίσκονται στο όριο της σημερινής Ελλάδας. Αυτό που ζούμε εμείς δεν μοιάζει με τίποτα. Δεν αγγίζεται…
• Πώς να βλέπει άραγε μια γυναίκα με μαντίλα τη «θανατερή μοναξιά» μιας ασυμβίβαστης Γαλλίδας, της ηρωίδας της Σιμόν ντε Μποβουάρ;
Ηρθε στην παράσταση μια γυναίκα με σκεπασμένο το κεφάλι, της άρεσε πολύ. Γέλασε στα ίδια σημεία και έκλαψε στα ίδια σημεία μ’ εμάς. Δεν υπάρχει διαφορά. Ως προς τα αστικά ερωτήματα «με ή χωρίς κάλυμμα στο κεφάλι», η γυναίκα μέσα στο σπίτι και στη δουλειά έχει δικαίωμα να διεκδικεί και ταυτόχρονα πρέπει να γεννήσει και να μεγαλώσει τα παιδιά για να εκπληρώσει τον βιολογικό της προορισμό. Αυτά τα δύο μαζί είναι τεράστια εργασία, περισσότερη απ’ όσο είχαμε φανταστεί αρχικά.
Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας/Β΄ Σκηνή (Κεφαλληνίας 16-18, Κυψέλη, τηλ.: 210-8838727) «Μονόλογος», από το έργο της Σιμόν ντε Μποβουάρ «Monologue». Μετάφραση, διασκευή, σκηνοθεσία: Αθηνά Κεφαλά. Ερμηνεύει η Μάνια
Παπαδημητρίου. Τσέλο: Μαίρη Σκοπελίτη. Παραστάσεις: Παρασκευή, Σάββατο στις 21.00, Κυριακή 19.00.
