Την αφήσαμε, μου φαίνεται, την «Αγριόπαπια» ξεχασμένη στη σοφίτα του θεάτρου μας. Περισσότερο από ατολμία παρά από κάτι άλλο δεχθήκαμε να παίζεται σπάνια το πιο εμβληματικό ίσως έργο της στροφής του ρεαλισμού προς τον συμβολισμό, εκείνο που καθόρισε όσο λίγα την εικόνα της πραγματικότητας στη σκηνή του περασμένου αιώνα.
Οι περισσότεροι μελετητές στέκονται –και καλά κάνουν– στο ίδιο το σύμβολο της Αγριόπαπιας, που από τη σοφίτα του Γιάλμαρ Εκνταλ λειτουργεί σαν δείκτης για τη χαμένη ελευθερία και την οικόσιτη δουλοπρέπειά του. Υπάρχει και κάτι άλλο: Είναι η δυνατότητα που αποκτά πια το θέατρο μετά την «Αγριόπαπια» να μιλήσει για μια ζωή κλεισμένη σε μυστικά και ψέματα, ζωή που συνεχίζει να στοιβάζει χαμένα όνειρα στη σοφίτα.
Για έναν ολόκληρο αιώνα το υγιές θέατρο θα πορευτεί προς τα εκεί, όχι απλά μεταφέροντας αλλά αποκαλύπτοντας τη γύρω του πραγματικότητα, τραβώντας την κουβέρτα του συμβιβασμού πάνω από τα ζεστά σώματα. Χωρίς υπερβολή, πολύ πριν από την ιατρική, οι «ακτίνες Χ» μοιάζει να βρήκαν με την «Αγριόπαπια» την εφαρμογή τους στο θέατρο.
Στην Πειραματική Σκηνή στα υπόγεια του Εθνικού και της Πανεπιστημίου κατεβαίνει αυτός ο Ιψεν, για να ξεθάψει εκεί τα μυστικά μας. Ερχεται από την ομάδα influx (Κορίνα Βασιλειάδου, Χάρης Πεχλιβανίδης) της Θεσσαλονίκης, η οποία έχει ήδη εκπλήξει ευχάριστα στο πρόσφατο παρελθόν μεταφέροντας τον Ιψεν τότε στα δημοτικά συμβούλια και τα ορυχεία των Σκουριών.
Το λέω αυτό γιατί η παράσταση που είδα με τίτλο «Πεδίο βολής», με τη δραματουργική συνδρομή του Πρόδρομου Τσινικόρη, προκαλεί κατά τη γνώμη μου παρόμοια έκπληξη: μια παράσταση μετα-μπρεχτική, καθώς λέμε, που προσεγγίζει το κείμενο ανοίγοντάς το στην αφηγηματική προσέγγιση. Και μαζί, μια παράσταση με πεποίθηση σε ό,τι λέει και κάνει, με συγκίνηση, θερμότητα και με την αίσθηση ενός στόχου που θα υπηρετήσει μέχρι τέλος.
Το σπίτι του Γιάλμαρ έχει αληθινά χτιστεί στα ψέματα. Για την πρόταση ωστόσο της Πειραματικής το κυρίως θέμα βρίσκεται στο τι κάνουμε με αυτά τα ψέματα.
Οι περισσότεροι έχουν συνηθίσει να τα κουβαλούν τόσο καιρό ώστε στο τέλος λησμονούν από τι είναι φτιαγμένος ο κόσμος. Σχεδόν ερωτεύονται τον συμβιβασμό τους: Προτιμούν μια αυταπάτη φτιαγμένη με λήθη και ψευδαίσθηση, ενοχή και φόβο.
Ολο αυτό ακουμπά ως γνωστόν σε έναν παλιό όρο. Λέγεται «ζωτικό ψεύδος», ψέμα αναγκαίο για να ζει κανείς και για να ευτυχήσει όπως όπως – ωστόσο ακόμα και έτσι, «ψέμα» είναι.
Ενας ιδεαλιστής, όπως ο Γκρέγκερς Βέρλε (Χάρης Πεχλιβανίδης) στην υπόθεση της «Αγριόπαπιας», θέλει να ανατρέψει αυτό το τοπίο –έτσι έκαναν τότε οι θιασώτες του τρελού, του Νίτσε…–, ελκύοντας ακόμη και με εμβρυουλκό τα πρόσωπα από τη μέθη της ταπεινής ζωούλας τους. Και έτσι τα πρόσωπα υποχρεώνονται να ζήσουν τους πόνους και την αγωνία της εξόδου στο φως, τον τοκετό της πραγματικότητας.
Υπάρχει στην παράσταση της Πειραματικής η πίεση ενός κόσμου που θέλει να γεννηθεί. Αυτό είναι το κύριο: η ομάδα δεν αποδίδει την «Αγριόπαπια», ούτε την ερμηνεύει κατά γράμμα – την αντιμετωπίζει σαν πλατφόρμα για να μεταφέρει σε αυτή δικές της επιταγές, δικές της απαιτήσεις και ερωτήσεις.
Και να μερικά δικά της συμπεράσματα: Ο Γιάλμαρ (Ανθή Ευστρατιάδου) οφείλει να φοράει κάτω από το κοστούμι του ένα μαγιό σαν εσώρουχο – το μαγιό παραπέμπει συμβολικά στον «πνιγμό» του από τον κυνηγό-ευεργέτη του. Ο διάδρομος πάλι για τη σοφίτα των Εκνταλ περνάει από σκαλοπάτια – κι όποιος πατάει σε αυτά στην παράσταση της Πειραματικής πρέπει να κάνει θόρυβο. Σαν να δίνεται βαρύτητα στη μετάβασή σε μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, σε μια «κινηματογραφική» εκδοχή της.
Και έπειτα είναι το σκηνικό από τις Διδώ Γκόγκου, Ελένη Κανακίδου και Σόνια Σαμαρτζίδου που κατά την άποψή μου δίνει από τα πλέον σημαίνοντα αντικείμενα των τελευταίων ετών: Πρόκειται για ένα χαλί-μάτριξ που κρύβει τα σώματα και καθώς τα κρύβει τα καταπίνει.
Και όπως προχωρεί η υπόθεση, το ίδιο χαλί μετατρέπεται σε αγεωμέτρητη πραγματικότητα, σε ένα χαλί που προσγειώνει στον πραγματικό κόσμο: ένα αληθινά απο-μαγικό χαλί. Και δεν παραβλέπω βέβαια καθόλου πως κάπου στην άκρη του βρίσκονται ξεχασμένα ακόμη τα όμορφα ψηλοτάκουνα γοβάκια της «μητέρας». Το σπίτι ζει χωρίς τη δική της φωνή, στοιχειώνεται ωστόσο ακόμη από την παρουσία της.
Θα σταθώ όμως, τέλος, σε δύο σπουδαίες σκηνές: Στην πρώτη η σκηνοθεσία επιλέγει να στήσει ολόκληρη την «αποκάλυψη» στο ημίφως μιας λάμπας. Πράγματι, έτσι είναι. Η πορεία προς την αυτογνωσία συνδέεται πάντα στο θέατρο με το σκοτάδι. Τα μάτια βλέπουν προς τα μέσα και η μεταφορική εθελοτυφλία υποκαθίσταται από την κυριολεκτική τύφλωση.
Στη δεύτερη βρίσκεται βέβαια η δραματουργικά μεγάλη απόφαση. Η παράσταση τελειώνει με ένα εύρημα που παραπέμπει ασφαλώς στο γερμανικό θέατρο και στη Νόρα του Οστερμάιερ στο Φεστιβάλ μας πριν από χρόνια.
Εδώ αυτό σημαίνει λίγο-πολύ ότι η μικρή Εντβιγκ Εκνταλ (Ειρήνη Κυριακού) κατεβαίνει από τη σοφίτα… Η Αγριόπαπια, λέει, δεν υπήρξε, ήταν και αυτή ψέμα μέσα σε μεγαλύτερο ψέμα, μέσα στο μεγαλύτερο ψέμα, κοκ. Αγριόπαπια δεν υπάρχει, υπάρχει όμως κάτι άλλο: ένα περίστροφο στα χέρια της.
Τι προμηνύεται λοιπόν; Μια πράξη εκδίκησης; Πράξη πολιτική ή/και επαναστατική; Πράξη καθαρμού; Τίποτα από αυτά. Μόνο μια γενιά που ανακαλύπτει ότι μεγάλωσε στο κενό, με ψεύτικα όνειρα, ότι ανατράφηκε από γονείς υποταγμένους και δειλούς, πως προετοιμάστηκε και η ίδια για την αποπλάνησή της από τους παλιούς θύτες τους (σαν Χόκεν Βέρλε και γερο-Εκνταλ η Κλέα Σαμαντά). Μια γενιά-αγριόπαπια. Που παίρνει τώρα το όπλο της.
Το τέλος που επιφυλάσσει η παράσταση δεν είναι πράξη «τρομοκρατίας», είναι πράξη τρόμου. Αυτό που κατάφεραν τα τόσα ψέματα ήταν να γεννηθεί μια γενιά τυφλή και –το χειρότερο– οπλισμένη. Αν δεν είναι αυτός γνήσιος Ιψεν, ποιος είναι;
Ενιωσα μεγάλη περηφάνια με την παράσταση της Πειραματικής. Ο Ιψεν είναι διεθνώς ένας στίβος όπου διαγωνίζονται οι σπουδαιότεροι και καλύτεροι αθλητές. Πιστεύω ότι με αυτή την απελευθερωμένη και εργαστηριακή δική μας «Αγριόπαπια» το θέατρό μας και προκρίνεται και προχωράει.
