Η φράση τής είχε κολλήσει στο μυαλό και την επαναλάμβανε –ξανά και ξανά, σαν ινδικό μάντρα, σαν προσευχή, σαν το μόνο νόημα μιας χρονιάς που πέρασε και τώρα την πίεζε να κάνει τον απολογισμό της «Una callada sílaba iba ardiendo»: «Μια σιωπηλή συλλαβή που διαρκώς φλεγόταν»*.
Αλλο ήθελε να πει ο ποιητής, αλλά… Εκείνη εκεί.
Λέξεις και συλλαβές, προτάσεις που σχηματίστηκαν με όση τέχνη μπορούσε να κεντήσει, με ψήγματα από συναισθήματα που πλημμύρισαν ώρες, ημέρες και νύχτες, κυρίως αυτές της ησυχίας –τής κατ’ επιλογήν ή κατ’ ανάγκην. Συλλαβές που δεν βρήκαν τον προορισμό τους.
Πόσα δεν μπόρεσε να πει; Πόσες λέξεις-δώρα είχε πλέξει και πόσες άλλες, αντίδραση στα κακώς κείμενα, είχε πνίξει; Δεν είχαν μέτρημα, ούτε και αξία. Στο τέλος αυτό που μετράει δεν είναι η σκέψη, η πρόθεση, αλλά η πράξη, η ενέργεια. Είτε είναι έργο των χεριών είτε συντάσσεται με λόγο.
Εργο και λόγος. Εργο-προϊόν, έργο-τεχνούργημα, έργο-υπηρεσία, έργο-πληγή, έργο τροφή και ρούχο καθαρό. Και έργο-λόγος: λόγος-σπόρος, λόγος χαράς ευαγγέλιο, λόγος-παρηγορία, λόγος φορέας λύπης, λόγος σαν ένα αστείο, λόγος-ανάσα στην πνιγηρή πραγματικότητα.
Αλλά κι ο λόγος που δεν είπες, που τον έπνιξες, πότε για να μην πληγώσεις και πότε γιατί δείλιασες. Κι αυτός, σπίθα που τρύπωσε σε μια γωνιά. Πρώτα έγινε κάρβουνο, ύστερα με καύσιμη ύλη ό,τι υπήρχε γύρω του, γέννησε φλόγα και φωτιά, και άρχισε να καίει. Τον νιώθεις στο στομάχι, στους κόμπους που στέλνει στον λαιμό τις πιο ακατάλληλες στιγμές, στα τινάγματα που σε ξυπνούν τη νύχτα.
Μόνο αυτό σε πιέζει, ακόμη κι αν νομίζεις ότι το θάβεις κάτω από τους θορύβους. Μα ποιο το νόημα αν δεν μπορείς να αφήσεις ελεύθερο έναν χρόνο ολόκληρο να κυλήσει από τα χέρια σου; Να σβήσεις τις εσωτερικές φλόγες δεν μπορείς.
Τρέφονται με τα πάντα, κάθε όπλο εναντίον τους γίνεται φίλος και σύμμαχός τους. Τίποτα δεν μπορεί να τις αφοπλίσει. Μέρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια, θρεμμένες και αειθαλείς, γέρικοι πλάτανοι με ρίζες βαθιές και γερές.
Αλλά όμορφη φλόγα είναι η φλόγα η ελεύθερη: που αναπνέει, που φαίνεται, που εκτοξεύεται ψηλά, πάνω από την πόλη, πάνω από τα γκρίζα κτίρια, πάνω από την ασχήμια. Αλήθεια, γιατί η ασχήμια υπερβαίνει την ομορφιά; Πώς φτάσαμε να τη συνηθίσουμε τόσο, να μη μας κάνει εντύπωση;
Τέλος της χρονιάς και η εορταστική ατμόσφαιρα, προκάλυμμα μιας πόλης κουρελούς, ανθρώπων μπερδεμένων.
Δύσκολο πράγμα να αντιπαθείς τους απολογισμούς, ειδικά αυτές τις μέρες. Οσο και αν αντισταθείς, κάτι θα γίνει, κάτι θα σκεφτείς, που θα «απαιτήσει» να μετανιώσεις για ό,τι έκανες, για κάτι από αυτά που έζησες, είτε καλό είτε άσχημο. Κυρίως αυτό, το «κακό», γιατί σπάνια προλαβαίνεις να αποδεχθείς τα θετικά που πέτυχες.
Πάντα η ζωή, είτε τη διάλεξες είτε σε έσπρωξε σαν δύναμη αόρατη και αναπόδραστη –μήπως αφέθηκες να το κάνει;– τα αρνητικά σού θυμίζει: Ναι, έφτασες εκεί, αλλά… Πόσα τέτοια «αλλά», «ωστόσο», «όμως», σε βασανίζουν.
Εσύ ήξερες τι χρειαζόσουν, τι ήταν αυτό που θα σε έκανε καλό και δυνατό. Το ζήτησες ή το έπνιξες –ή έτσι νόμισες– στον φόβο, που πήρε παραπλανητικά ονόματα όπως «ανάγκη», «υποχρέωση», ακόμα και «αγάπη»;
Και τώρα τι; Θα ετοιμάσεις μια λίστα με τους στόχους του επόμενου χρόνου, που ξέρεις εκ των προτέρων ότι ούτε καν θέλεις να υλοποιήσεις; Θα κλάψεις για τον χαμένο χρόνο, που δεν μπορείς να φέρεις πίσω; Θα αφήσεις κι άλλο τις φλεγόμενες συλλαβές σου να θεριεύουν;
Και τι θα γίνει με την υπόλοιπη ζωή; Πού θα τη χαρίσεις;
Μίλησε, απλά, χωρίς λόγια μεγάλα και μεγαλεπήβολες υποσχέσεις, χωρίς υπερβολικές προσδοκίες. Και ζήτησε το ίδιο και από τους άλλους. Κι ίσως η νέα χρονιά να ’ναι καλύτερη.
* Ελεύθερη απόδοση από τα ισπανικά, στίχος από το «América Insurrecta» του Πάμπλο Νερούδα
