Ο Ελληνας πρωθυπουργός ενώπιον του υπουργού Εξωτερικών Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ χαρακτήρισε τη Γερμανία, τη χώρα του, ηγέτιδα δύναμη της Ευρώπης και φίλος της στήλης από τα Χανιά μού τηλεφώνησε τσατισμένος, ζητώντας να καυτηριάσω το ατόπημα. «Πώς είναι δυνατόν κυβερνήτης κράτους της Ε.Ε. να καταργεί την υποτιθέμενη ισοτιμία μεταξύ των μελών της, αναγνωρίζοντας εν τοις πράγμασι την απόλυτη κυριαρχία ενός επί των υπολοίπων ίσων;», διερωτήθηκε. Βουνό το δίκιο του. Ιδού κι εμένα η ζάρπα μου: Μα θέλει συζήτηση, αγαπητέ; Απλώς ο συνθηκολογημένος και εξευτελισμένος υπήκοος του προτεκτοράτου υποβάλλεται για μια ακόμα φορά σε εδαφιαίους τεμενάδες εμπρός στον ξένο αρμοστή, καθότι γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα πως απ’ αυτόν και μόνο απ’ αυτόν αντλεί την έωλη όσο και μετέωρη εξουσία του.
Υπαινίσσομαι ότι στο Γιούρογκρουπ της περασμένης Δευτέρας η εθνοσωτήριος πρωτοδεύτερη φορά Αριστερά με ολίγην Ακροδεξιά, που έμαθε να μην ξέρει τι πά’ να πει «όχι», δέχτηκε πάλι ελαφρά τη καρδία τα βαριά μέτρα των δανειστών. Αντάλλαξε εν ολίγοις ορισμένα ψιχία για το χρέος με την ψυχή και το αίμα των πολιτών. Και πανηγυρίζει από πάνω. Οι προηγούμενοι που έπρατταν τα ίδια την αποδοκιμάζουν, προσβλέποντας σε εκλογές, ώστε να γίνουν επόμενοι και να κάνουν χειρότερα. Με τις πληγές της χαίνουσες η κοινωνία παρατηρεί άφωνη, με βουβή οργή. Ενίοτε ωστόσο η σιωπή συνιστά την πιο εκκωφαντική διαμαρτυρία. «Πώς να αντιδράσουμε;», θα πείτε. Μια καλή ιδέα θα ήταν να μιμηθούμε τους Τοπολιανίσιους.
Στην ιστοσελίδα «Ευρυτάνας Ιχνηλάτης» (eyrytixn.blogspot.gr) έχω αλιεύσει και άλλοτε σπαρταριστές ιστορίες των ευρηματικών κατοίκων του χωριού Τοπόλιανα στην περιοχή των Αγράφων. Θα θυμάστε πώς έδιωξαν κάποτε σε χρόνο ντετέ τους φοροεισπράκτορες, κρεμώντας στον τράχηλο χελώνες (Επιδημιολογικά, 4/4/2016). Τούτοι οι ορεσίβιοι αριστοφανικοί διάβολοι άφησαν εποχή με τις κασκαρίκες και τα χουνέρια που σκάρωναν στους επισκέπτες του τόπου, με ιδιαίτερη προτίμηση στους εκπροσώπους της κεντρικής εξουσίας. Μια φορά κι έναν καιρό το λοιπόν, υποψήφιος βουλευτής με πολυάριθμη κουστωδία φτάνει στην πλατεία της πτωχής κώμης. Μαζεύονται συνεννοημένοι οι χωριανοί και τον ακούνε «γυρτοί με τις κάπες ανάρριχτα κι ακουμπώντας ράθυμα τα κορμιά τους στις γκλίτσες».
Τάζει λαγούς με πετραχήλια εκείνος, κατ’ αντιστοιχία με τα καθ’ ημάς πως θα καταργήσει τα μνημόνια, ότι θα χορηγήσει δέκατη τρίτη σύνταξη και πάει λέγοντας. Το ακροατήριο παρακολουθεί ασάλευτο κι ανέκφραστο, δίχως χειροκροτήματα και ζητωκραυγές, ξύνοντας αμήχανα τα ποιμενικά του μπαστούνια στο έδαφος. Αν η άκρη τους κλίνει προς τα πόδια, σημαίνει ότι επιδοκιμάζει τον ομιλητή, ειδαλλιώς το αντίθετο. Ξενίζει τον πολιτικάντη η στάση τους κι αρχίζει να απειλεί πως θα ευνοήσει τ’ άλλα χωριά κι αυτούς θα τους ρίξει έναν παρά πίσω. Στο τέλος ρωτά με αυθάδεια αν θα τον ψηφίσουν. Ακρα του τάφου σιωπή στην πλατεία. Μόνο οι μύτες των γκλιτσόξυλων σούρνονται στο χώμα με κατεύθυνση προς τα έξω. Παίρνει το μήνυμα ο Κώτσος Νταβαρίνος, το αρχιπειραχτήρι, και κάνει μεγαλοφώνως: «Για ούλα όσα έταξις και για όσα φουβερίζ’ς, ιγώ λέου στ’ αρχίδια μ’». -«Κι μείς στα θ’κά μας και μι του συμπάθειου αρχουντάδες», αποκρίνεται το πλήθος. Ακόμα τρέχει ο πονηρός πολιτευτής.
