Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πρόβλημα που έχουν συνήθως έργα όπως η «Λαμπεντούζα» του Bρετανού βραβευμένου συγγραφέα Aντερς Λουστγκάρτεν είναι πως, αντίθετα με το τι σκοπεύουν τα ίδια, στην πράξη δυσκολεύονται να αιφνιδιάσουν το κοινό τους. Αντιθέτως το πιο δεδομένο και ώς ένα βαθμό αναμενόμενο συστατικό είναι ακριβώς το ακροατήριο που τα υποδέχεται: εξαρχής υποψιασμένο και κουρδισμένο, ενημερωμένο και κυρίως τόσο ευαισθητοποιημένο, ώστε κάθε άλλη παραπέρα ευαισθητοποίηση να έχει μικρό αποτέλεσμα.

Τα έργα αυτά ξεκινούν με φόρα ικανή να κατεδαφίσει ολόκληρα συγκροτήματα και καταλήγουν να περνούν κάτω από ανοιχτές πόρτες.

Δείτε και το ιστορικό παράδειγμα της λεγόμενης «αγκιτάτσια», στην οποία εντάχτηκε η «Λαμπεντούζα» από τους Βρετανούς κριτικούς όταν πρωτοπαίχτηκε: ο λόγος που οδήγησε στην παρακμή του υπερ-στρατευμένου θεάτρου δεν ήταν τόσο ότι κατέπεσαν οι ιδέες για τις οποίες πολεμούσε ή ότι έβαζε σταθερά την πολιτική πάνω από την καλλιτεχνική αξία: είναι ότι τα έργα του είχαν τελικά μικρό αντίκτυπο.

Η στράτευση του έργου αποδείχτηκε συχνά συγκρίσιμη με τη στράτευση του κοινού στο οποίο απευθυνόταν. Και οι όποιες προθέσεις του συγγραφέα κατέληγαν από κάποια στιγμή και μετά κομματικές δεσμεύσεις.

Και εδώ κάτι τέτοιο έχουμε: το κοινό που γεμίζει από την πρεμιέρα την κεντρική σκηνή του Νέου Κόσμου είναι υπερβολικά υποψιασμένο -να μην πω κιόλας «στρατευμένο»- στην ιδέα που υπηρετεί ο συγγραφέας τής «Λαμπεντούζα».

Το να μιλήσεις κιόλας για το «προσφυγικό» σε Ελληνες ασφαλώς διαφέρει από το να ευαισθητοποιήσεις Βρετανούς. Εδώ, σε εμάς, το ζήτημα έχει βιωματικές επεκτάσεις, η αυλή μας γειτονεύει, αν δεν εφάπτεται κιόλας, με την ιταλική αυλή και με δυο λόγια νιώθουμε εξαρχής ότι ο ξένος συγγραφέας που προσπαθεί να μας στρατεύσει στο ζήτημα έρχεται μάλλον δεύτερος…

Για να το πω με άλλα λόγια, έχουμε την εντύπωση πως δεν χρειάζεται τέτοια παράκαμψη δα για να φτάσεις μέχρι τη Μυτιλήνη.

Οι προθέσεις βέβαια πάντα κρίνονται από μόνες τους και η αλήθεια είναι πως κανείς μα κανείς δεν πρόκειται ποτέ να θεωρήσει μια τέτοια βραδιά σπαταλημένη. Πρώτον είναι πολύ όμορφο να διαπιστώνει κανείς πως υπάρχει ευαισθησία σε μια χώρα μακρινή ακόμα από την πρώτη γραμμή του πυρός.

Και έπειτα, από κοντά πάλι, είναι πάντα σκόπιμο να μας θυμίζει κάποιος ότι η λειτουργία του θεάτρου είναι να βαδίζει τον αντίθετο δρόμο της στατιστικής: όταν εκείνη μετατρέπει τους ανθρώπους σε νούμερα, το θέατρο εμφανίζει πίσω από τους αριθμούς ανθρώπους.

Ετσι και εδώ η «Λαμπεντούζα» το ίδιο πράγμα κάνει. Δεν «αφηγείται» μια ιστορία. Την εξανθρωπίζει.

Το έργο συντίθεται από δύο παράλληλους μονολόγους, κόσμους παράλληλους. Ο πρώτος έρχεται από τον Στέφανο, πρώην ψαρά μιας «πρώην» Λαμπεντούζα -το παραδεισένιο νησάκι στη μέση της διαδρομής Αφρική-Ιταλία μετατράπηκε στην πρώτη στεριά που συναντούν οι χιλιάδες πρόσφυγες κατά την απελπισμένη διαφυγή τους στην Ευρώπη.

Και εκεί ο Στέφανος λόγω των (γνωστών μας, αλίμονο) συνθηκών κατέληξε να γίνει, μαζί με το νησί, συλλέκτης πτωμάτων, όταν αυτά επιπλέουν στη θάλασσα, προτού ταράξουν τη διασκέδαση των τουριστών. Κοινή και φρικτή μοίρα νησιού και ψαρά, που έχουν χάσει τις άγκυρές τους και βολοδέρνουν στην τρικυμισμένη ιστορία.

Και από την άλλη, χιλιάδες μίλια μακριά, καταμεσής της αγγλικής στεριάς, ακόμη μία «Λαμπεντούζα». Η Ντενίζ βγαίνει κι αυτή κάθε μέρα στο «πέλαγος» για να μαζέψει μερικούς από τους χιλιάδες οικονομικά «νεκρούς» από τα «κόκκινα» δάνεια των τραπεζών.

Το κοινό γνώρισμα και των δύο: κάνουν μια δουλειά που τους καταπίνει, μετατρέποντάς τους σε σκουπιδοφάγους του συστήματος. Σιχαίνονται την εργασία τους, σιχαίνονται τον εαυτό τους, κυρίως σιχαίνονται αυτό: ότι τους είναι αδύνατον να ξεχάσουν πως δεν συναντούν «πρόσφυγες» ή «δανειολήπτες», αλλά «ανθρώπους».

Εκεί μήπως δεν πάσχει κάθε τέτοιο σύστημα; Ξεκινάει στα κλιματιζόμενα γραφεία μεγαλοπιασμένων τεχνοκρατών -και κάποια στιγμή καταλήγει στους «μαύρους» που κάνουν τη βρομοδουλειά: αγγίζουν νεκρούς, βλέπουν κατάματα απελπισμένους, θάβουν ανθρώπους με τα χέρια τους.

Να όμως που κάποτε συμβαίνει το αναπάντεχο, το απρογραμμάτιστο, το εκτός συστήματος: ένας πρόσφυγας από το Μάλι, λόγου χάρη, είναι ο μόνος που μπορεί να ακούσει και να καταλάβει τον ψαρά μας: ίσως γιατί οι δυο τους μοιράζονται τις άκρες του ίδιου νήματος.

Και μια άλλη απελπισμένη Πορτογαλίδα μπορεί να αγγίξει τη μέχρι σήμερα άκαρδη εισπράκτορα -ίσως γιατί αυτή είναι η μόνη που της απλώνει το χέρι.

Και έτσι η Λαμπεντούζα ρίχνει άγκυρα ξανά. Πράγματι το έργο του Λουστγκάρτεν είναι βαθιά αισιόδοξο -όχι εξαιτίας της ιστορίας που αφηγείται, αλλά γιατί εξακολουθεί να δείχνει την εξαίρεση στον κανόνα της φρίκης. Κι αν στρατεύεται, είναι από τη μεριά του ανθρώπου, κι αν μιλάει για τους πνιγμένους, μιλάει και γι’ αυτούς που σώζονται.

Οπως όφειλε, το έργο παρουσιάζεται από τον σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο με τη μορφή πολιτικού σχολίου, με ερμηνευτική και σκηνική λιτότητα, αμεσότητα και αυτοσυγκράτηση (όπως και η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου).

Η Μαγδαλινή Αυγερινού διάλεξε να δείξει, αντί για ιταλικά νερά και βρετανικά σπίτια, παλιές, βαθιές ρίζες που ενώνουν χώματα.

Ο ψαράς του Αργύρη Ξάφη είναι φανερά ένας κουρασμένος άνθρωπος -γι’ αυτόν η αφήγηση μοιάζει με εξομολόγηση. Εχει ταπεινότητα και γενναιότητα, είναι για εμάς κάποιος αόρατος ήρωας. Ο σκοπός όμως του ηθοποιού είναι άλλος: να στραφούμε προς τον έξω κόσμο και να γίνει το πρόσωπο του Στέφανου φάρος πορείας.

Στον σαφώς λιγότερο επεξεργασμένο δικό της μονόλογο η Χαρά-Μάτα Γιαννάτου κατορθώνει να στηρίξει έναν παγωμένο χαρακτήρα: μιας κακιωμένης, προσβεβλημένης κοπέλας, που της φταίει η Αγγλία και ο κόσμος όλος, κυρίως όμως της φταίει η δική της μοναξιά.

Είναι μια κοπέλα που δεν την άγγιξε τίποτα μέχρι σήμερα, ούτε καν η μητέρα της. Γι’ αυτό μόλις την αγγίξει ένας άνθρωπος, θα φωτίσει ολόκληρη από εσωτερικό φως.

Δεν θα μας κάνει το έργο περισσότερο ενήμερους -δεν ξέρω καν αν έχει τη δύναμη να μας κινητοποιήσει. Πρόκειται όμως για μια καλοπαιγμένη παράσταση, με δύναμη, και κυρίως με εκείνο το στοιχείο ανθρωπιάς που αναζητεί την ελπίδα στον πάτο του κουτιού της Πανδώρας.