Εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα της προηγούμενης γενιάς, ειδικά για τα παιδιά των εμπόρων (οι περισσότεροι 40άρηδες τώρα πια), οι Κυριακές είναι οι μέρες της οικογενειακής συγκέντρωσης, ενίοτε των οικογενειακών εκδρομών, σίγουρα πάντως οι μόνες μέρες που ο μπαμπάς τους ήταν σπίτι.
Σε πολλά μέρη στη σύγχρονη Ευρώπη (στην Αμερική εδώ και δεκαετίες), η Κυριακή αποτελεί εργάσιμη για τα περισσότερα εμπορικά καταστήματα, ειδικά για τα πολυκαταστήματα.
Η αγορά και κυρίως οι μεγάλοι παίκτες (πολυεθνικές) που έχουν και τα γένια και τα χτένια (δηλαδή καθορίζουν την παγκόσμια αγορά, επηρεάζουν όλο τον κλάδο και παίρνουν γενικές αποφάσεις για τη λειτουργία της), επωφελούνται από τη χαλαρή διάθεση όσων δεν εργάζονται σε αυτό τον κλάδο και επιθυμούν να περάσουν την αργία τους με βόλτες στα μαγαζιά.
Μόλις έγραψα «επιθυμούν να περάσουν την αργία τους με βόλτες στα μαγαζιά»!
Τι ακριβώς συμβαίνει με τον ποιοτικό χρόνο με οικογένεια και φίλους;
Τα 4-5 τελευταία χρόνια, αφού και οι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί που προαναφέραμε αφέθηκαν στα «τρυφερά» χέρια του καταναλωτισμού, ανακάλυψαν ότι εφόσον η βδομάδα αφήνει μικρά περιθώρια για ουσιαστικό ποιοτικό χρόνο με αγαπημένα πρόσωπα, θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τη μοιρασιά για να καλύψουν τις συναισθηματικές ανάγκες εαυτών και αγαπημένων.
Ας έρθουμε λοιπόν στην Ελλάδα τού σήμερα, όπου η φράση «ποιοτικός χρόνος» ξεκίνησε να διεισδύει στο λεξιλόγιο της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας.
Δηλαδή, «έλα παππού μου να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου».
Μέχρι πριν από μια 15ετία το κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι ήταν αδιαπραγμάτευτο!
Εγώ η ίδια θυμάμαι να δυσανασχετώ ως έφηβη (όπως και μερικοί έφηβοι ακόμα και σήμερα). Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ λοιπόν;
Για μια παγκόσμια οικονομία σε καιρό κρίσης, οι καταναλωτές πρέπει να σύρουν τον χορό ώστε να κινηθεί πάλι το θηρίο (κάτι σε νέες/νέους και Μινώταυρο μου θύμισε αυτό…).
Η συσσώρευση του χρήματος σε λίγους (πολύ λίγους δηλαδή…), και η αδυναμία ακόμη μεγαλύτερου κέρδους (χυδαία μεγαλύτερου δηλαδή για τους λίγους που λέγαμε…), έφερε την αγορά σε κατάσταση κρίσης και τα εργασιακά δικαιώματα σχεδόν στον 19ο αιώνα.
Για όσους ενδιαφέρονται να κατανοήσουν αυτόν τον φαύλο κύκλο (πολλά λεφτά σε λίγες τσέπες που για να γίνουν περισσότερα πρέπει να μειωθούν οι μισθοί, που όταν μειώνονται μειώνεται και η κατανάλωση), πολλά έχουν γραφτεί και όχι ιδιαίτερα δυσνόητα.
Η ανθρώπινη απληστία κινεί τα πάντα εξάλλου.
Το θέμα είναι τι μπορεί να κάνει ο καθένας μας, κάτι απλό και εύκολο, ώστε τουλάχιστον να μη συμβάλλει αν όχι να αποτρέπει αυτόν τον κύκλο, που δημιουργεί αυξανόμενα θύματα (χαμηλούς μισθούς, απλήρωτη εργασία, ανεργία, παιδιά που δεν βλέπουν ποτέ τους γονείς τους κ.λπ.).
Κάτι πολύ απλό, το μόνο όπλο που φοβούνται οι μεγάλες εταιρείες: μποϊκοτάζ καταναλωτών.
Πολλές εταιρείες έχουν αναγκαστεί να αλλάξουν τακτική για ανήθικες και καταχρηστικές αποφάσεις τους με αυτό τον απλό τρόπο.
Αν οι εργαζόμενοι δυσανασχετήσουν όταν εργάζονται αμισθί ή για οποιοδήποτε μέτρο καταπατάει τα δικαιώματα που έχουν απομείνει, μπορούν απλά να απολυθούν.
Ολοι γνωρίζουμε τέτοιες περιπτώσεις στον ευρύτερο (και όλο στενότερο…) κύκλο μας.
Οταν όμως ο καταναλωτής απλώς δεν ψωνίσει Κυριακή και επιλέξει οποιαδήποτε άλλη μέρα και μάλιστα σε όσο ευρύτερη κλίμακα γίνει αυτό, η αγορά θα πάρει το μήνυμα ότι δεν χρειάζονται 7 μέρες εργασίας.
Μπορούμε σίγουρα όλοι να ζήσουμε και με 6. Ετσι έχουμε ζήσει τα τελευταία 50 χρόνια και βάλε σε αυτή τη χώρα.
Απλά σκεφτείτε ότι σώζετε τους καταρρακωμένους εργαζόμενους, πολλοί απ’ αυτούς είναι γνωστοί και φίλοι.
Μόνον ο καταναλωτής μπορεί αναίμακτα να κανονίζει την αγορά.
Αλλιώς θα επιστρέψουμε αργά και βασανιστικά στο να χυθεί αίμα ακόμα μία φορά ώστε να κερδίσουμε τα πάλαι ποτέ εργασιακά δικαιώματα.
Στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία του Facebook δεν χρειάζεται να είμαστε πρόβατα.
Ας γίνουμε καταναλωτές με δική μας δύναμη. Η αγορά μόνο από εμάς και για εμάς κινείται.
Ας γίνουμε υπεύθυνοι. Ετσι για αλλαγή…
*Η επιστολή δημοσιεύεται στη στήλη «Ελεύθερη έκφραση» στο σημερινό φύλλο της «Εφημερίδας των Συντακτών».
