Τρόμος πάνω από την πόλη (με «π» πεζό) είναι ο ελληνικός τίτλος γαλλικής ταινίας-θρίλερ, του Ανρί Βερνέιγ («Peur sur la ville», 1975). Επί τροχάδην: Αστυνομικός αναλαμβάνει να διαλευκάνει μυστηριώδεις δολοφονίες γυναικών από ψυχοπαθή δολοφόνο που πιστεύει ότι τα θύματά του έχουν παραστρατήσει. Στέκομαι στο τελευταίο: «που πιστεύει ότι τα θύματά του έχουν παραστρατήσει».
Αυτός, δηλαδή, πιστεύει –καθαρά υποκειμενικά και ανεξαρτήτως πόσο είναι ή δεν είναι ψυχοπαθής– ότι τα θύματά του έχουν –πάλι καθαρά υποκειμενικά– παραστρατήσει, με ό,τι ο ίδιος θεωρεί παραστράτημα.
Από το θέαμα στη θεαματικότητα, ομοιότητες και διαφορές. Τρόμος πάνω από την Πόλη (με «Π» κεφαλαίο τώρα∙ ο τίτλος του σημερινού χρονογραφήματος). Αναφέρεται στο τελευταίο, διπλό τρομοκρατικό χτύπημα στην Πόλη. Πολύνεκρα τα λένε αυτά∙ μεταφορικά: λουτρά αίματος, εκατόμβες ή κάτι ανάλογο, συγκλονιστικό, αλλά (έχει σημασία…) και θεαματικό.
Χώρος δράσης, το πάρκινγκ ποδοσφαιρικού γηπέδου. Στυγερή σε θεαματικότητα ενέργεια (ανυπολόγιστος ακόμα ο ακριβής αριθμός νεκρών και τραυματιών, οι δράστες ανατινάχτηκαν μαζί με τα θύματα, ως θέαμα είναι αδιάφορο αν στόχος ήταν κλούβα αστυνομικών∙ στόχος ήταν το θέαμα), πλάι σε «ναό» του πιο δημοφιλούς θεάματος στον κόσμο: του ποδοσφαίρου, μία ώρα και σαράντα λεπτά μετά το ματς.
Ούτε αυτό έχει σημασία. Δεν σκότωσαν και δεν σκοτώθηκαν για να σκοτώσουν και να σκοτωθούν. Το έκαναν για τη θεαματικότητα.
Ανατριχιαστικός συμψηφισμός: χτυπάμε το θέαμα με αιμοσταγή θεαματικότητα. Στην ταινία του Βερνέιγ, ο ψυχοπαθής δολοφόνος, με δικές του αρχές και αξίες, υποκρινόταν (έκανε τη δουλειά του) χάριν του θεάματος∙ το πολύ να πετύχαινε κανένα βραβείο δεύτερου ρόλου.
Οι δολοφόνοι της Πόλης δεν υποκρίνονταν, πίστευαν πως είναι ελευθερωτές, λαϊκοί εκδικητές και ότι θα ανέλθουν (ήδη ανακοινώθηκε) στο «πάνθεον» μαρτύρων. Αδυνατώ να το χαρακτηρίσω. Θα μας φτάσουν να ευχόμαστε για τον Ερντογάν: ο Αλλάχ να δίνει υγεία στον πολυχρονεμένο πατισάχ!
