Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν έχω τίποτα να χωρίσω με τον Παρθενώνα ούτε με τη σπανακόπιτα. Τη σπανακόπιτα την εκτιμώ πιο πολύ κι από τα γεμιστά.

Σήμα κατατεθέν της ελληνικότητας, όπως μας είπε και ο μέχρι προ ολίγου πλανητάρχης, μιλώντας για το τι του θυμίζει την Ελλάδα και τους Ελληνες της Αμερικής, όταν κάθε 25η Μαρτίου γιορτάζουν την εθνεγερσία.

Εδεσμα που εδώ και καιρό μελετώ σε βάθος χωρίς να φείδομαι ερευνών, συνδυάζοντας το σπανάκι με τον άνηθο, το μυρώνι και την αρωματική καυκαλήθρα, που επιμένει ακόμα στην πλαγιά του Αρδηττού, και προσπαθώντας να πετύχω το σωστό άνοιγμα του φύλλου παρακάμπτοντας τον νισεστέ και επιμένοντας στο αλεύρι γενικής χρήσεως.

Τη σπανακόπιτα την αγαπώ. Τελικά όμως μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν.

Αλλά χωρίς Παρθενώνα, που είναι το άλλο στοιχείο που ο πρόεδρος Ομπάμα έδειξε να εκτιμά ιδιαίτερα και στον οποίο ξεναγήθηκε με κάζουαλ αμφίεση, όχι. Δεν μπορώ να ζήσω.

Μ’ αρέσει να τον ατενίζω στο βάθος της οδού Πατησίων, καθώς κατηφορίζω τον άλλοτε γεμάτο κίνηση αυτόν δρόμο.

Τον μόνο άξονα που απέμεινε από όσους είχαν σχεδιαστεί και προταθεί στα πρώτα μετεπαναστατικά σχέδια για την Αθήνα.

Τον μόνο άξονα της πόλης που επιμένει να έχει για ορίζοντα αυτό το έργο που το πτερόν του –όπως λέγεται η πληγωμένη κιονοστοιχία του– κάποιες ώρες μοιάζει να πάλλεται έτοιμο να ανοίξει φτερά προς το φως.

Εργο με υλική και πνευματική υπόσταση. Με μια ομορφιά θεμελιωμένη στο «εδώ είναι».

Στον χώρο δηλαδή ως έχει και όχι συνεχώς αναδιαμορφούμενο στη βάση μιας παραπαίουσας ουτοπίας.

Που ξεκινά στην καλύτερη περίπτωση ως φαντασίωση και στη χειρότερη, την πιο ευτελισμένη, ως άγρα κέρδους.

Κέρδους πάση θυσία: θυσία χώρου, θυσία χρόνου, θυσία ζωής. Της τωρινής αλλά και της μελλούμενης. Αυτής που αποκαλούμε των μελλοντικών γενεών.

Φωτισμένος κάθε βράδυ ακόμα, ο Παρθενώνας επιμένει ως παραφωνία στη χωρίς επαρκή φωτισμό πόλη, συντροφεύει τα βήματα όσων επιμένουν να αγαπούν τη νύχτα.

Και δεν φοβούνται τη λύπη της. Και τη δική τους λύπη. Το φωτισμένο μνημείο στέκεται εκεί, μνημονικό ίχνος και νήμα.

Για να συνδέσει τη ζωή μας με τις άλλες ζωές. Που πέρασαν, που είναι εδώ, που έρχονται, φτάνουν.

Κάθε τόσο υψώνονται φωνές ή πιο συχνά κραυγές, άναρθρες ακόμα και όταν παριστάνουν τις λέξεις και τις φράσεις, που επιτακτικά δηλώνουν πως αυτό το άυλο και υλικό νήμα πρέπει να κοπεί.

Κάθε φορά που τις ακούω, κάθε φορά που ακόμα ή και ιδίως όταν πλασάρουμε τον Παρθενώνα ως ατραξιόν, και ως πρόσχημα ζητούμε στην ουσία να ξεριζωθεί, νιώθω το άδικο να με βαραίνει.

«Αντε να τελειώνουμε μαζί του, μ’ αυτόν και με όλα τα άλλα αριστουργήματα, της τέχνης ή του λόγου· μας βαραίνουν. Γιατί αυτά τα έργα τα παλιά είναι η αιτία για τη σημερινή κατάστασή μας. Μας βαραίνουν με την αξία τους. Δεν αφήνουν να φανούν τα δικά μας έργα».

Είναι όμως έτσι; Ή μήπως, αντιθέτως, μας ταράζουν, μας ενοχλούν, μας πονούν γιατί μέσα στην κατάρρευση, πέτρες, λόγια, μνήμες στέκουν αμετανόητα εκεί, σαν μέτρο που μετρά το λειψό ανάστημα όσων λοιδορούν και θορυβούν και τον δύσβατο, επικίνδυνο δρόμο όσων επιμένουν;