Οι φίλοι και γείτονες της Ελλάδας ξεσπάθωσαν και πάλι. Ο κύριος Ερντογάν, τώρα που έσωσε τη δημοκρατία στην Τουρκία, αποφάσισε φαίνεται να ενισχύσει και τον τουρισμό της. Τόσα τράβηξε ο λαός της από τους φριχτούς πραξικοπηματίες που ο Τούρκος πρόεδρος κραδαίνοντας το τρομερό κινητό του τούς διέλυσε με θαυμαστή άνεση και ταχύτητα, δεν του αξίζουν και λίγα παραπάνω νησιά για να ξεσκάει το καλοκαίρι και να βγάζει και ένα χαρτζιλίκι από τους ξένους που θα έρχονται να λιαστούν στις ακρογιαλιές;
Νησιά η χώρα του, προσωρινώς τουλάχιστον, δεν διαθέτει πολλά. Προσωρινώς όμως!
Διότι, καθώς λήγει η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 που αναγνώριζε την κυριαρχία της Ελλάδας σε αυτά, είναι απολύτως δυνατό να αποκτήσει όλα εκείνα που της ανήκουν ανέκαθεν και που φτάνουν μέχρι και την Εύβοια, αν όχι και την Αίγινα ή τη Σαλαμίνα, όπου, αν θυμάμαι καλά, πριν από κάτι χιλιετίες, οι πρόγονοι του κ. Ερντογάν κατατρόπωσαν τους Πέρσες.
Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς: Καλά, είναι δυνατόν να λέμε ενήλικες και εμβολιασμένοι άνθρωποι ότι τα μέχρι νεωτέρας ελληνικά νησιά ανήκουν στην Τουρκία, διότι από τη μικρασιατική ακτή ακούγονται οι φωνές των νησιωτών της Λέσβου, της Σάμου ή του Καστελόριζου;
Δεν θα μπορούσαμε να πούμε αντιστρόφως ότι για τον ίδιο ακριβώς λόγο -ή και για μερικούς άλλους- η μικρασιατική ακτή ανήκει αναντάν μπαμπαντάν στα νησιά; Και μη θεωρήσετε παρακαλώ ότι τέτοιες ιδέες είναι παράλογες.
Να, για παράδειγμα, έχω κι εγώ μια κάπως σπαστική γειτόνισσα που οι φωνές της όταν διαπληκτίζεται με τον σύζυγο ή ενθουσιάζεται με τον κανακάρη της διαπερνούν τους τοίχους και μου τρυπούν τα τύμπανα.
Μια λύση θα ήταν -αφού ακουγόμαστε τόσο καθαρά- να πετύχαινα να οικειοποιηθώ το σπίτι της και αν δεν την ξαποστείλω πρόσφυγα, να την προσλάβω το πολύ πολύ παραδουλεύτρα.
Θα μου πείτε: Πώς μπορεί να είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Και σας απαντώ ψύχραιμα. Εξαρτάται.
Επί δεκαετίες μετά τη σύναψη της Συνθήκης της Λωζάννης και με αποκορύφωμα το πογκρόμ που το 1955 την παραβίασε διώχνοντας τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων από την Πόλη, η τουρκική πλευρά απέδειξε ότι θεωρούσε τη Συνθήκη ένα κουρελόχαρτο.
Γι’ αυτό και την ποδοπάτησε προβλέποντας ορθά ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν θα προχωρούσαν στο παραμικρό αντίμετρο όπως θα ήταν η αντίστοιχη μείωση των τουρκογενών στη Θράκη.
Δεν είναι λοιπόν δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί, και υπό το βάρος των δικών της προβλημάτων, θα αλλάξει γνώμη τώρα που η ισχύς της Συνθήκης λήγει και επισήμως σε επίπεδο διεθνούς δικαίου.
Ενα και μόνον πράγμα θα μπορούσε να πείσει τη φίλη και σύμμαχο χώρα να ξανασκεφτεί διαφορετικά το ζήτημα μαζεύοντας τις προκλήσεις και τις απαιτήσεις της.
Το να αποδεικνυόταν εν τοις πράγμασι ότι η Ελλάδα -και για να είμαστε ακριβείς, η ελληνική κυβέρνηση που μας εκπροσωπεί- είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο τη χώρα αντιστεκόμενη σε απειλές, εκβιασμούς και πιέσεις.
Πόσο όμως τα όσα συμβαίνουν και σε άλλους τομείς πείθουν ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο; Πόσο έχουν οι τελευταίες ελληνικές κυβερνήσεις -και η παρούσα- αντισταθεί στους εκ Δυσμών εκβιασμούς και πιέσεις των σωτήρων που άλωσαν τη χώρα και που στην ουσία τη διοικούν;
Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει: Μα δεν καταλαβαίνεις ότι εφόσον τα ελληνικά νησιά μαζί με την υπόλοιπη επικράτεια θα είναι πια οικονομικά, δηλαδή και πολιτικά, φέουδο της Ενωμένης Ευρώπης, ο κύριος Ερντογάν ή ο όποιος αντ’ αυτού δεν θα τολμήσει να τους βάλει χέρι;
Φοβάμαι ότι η όντως παρήγορη αυτή σκέψη δεν ευσταθεί. Η άλωση της Πόλης από τους Φράγκους το 1204 δεν εμπόδισε, μάλλον διευκόλυνε, την άλωσή της από τους Τούρκους το 1453.
Τι θα κάνουμε λοιπόν τώρα που η Λωζάννη μάς τελειώνει; Μας μένει η Κοζάνη, θα μου πείτε. Αλλά πόσο μας μένει, αλήθεια, κι αυτή; Και για πόσο;
