Σταυριανή Ιωαννίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λίγες μέρες αφότου μια νεαρή γυναίκα πεθαίνει αφήνοντας πίσω τον σύζυγο και τους δυο μικρούς γιους της, ένα κοράκι κάνει την εμφάνισή του στην πόρτα του λονδρέζικου διαμερίσματός τους.

Δεν πρόκειται όμως για έναν περαστικό επισκέπτη, όπως όλοι οι άλλοι που έρχονται για να εκφράσουν τα συλλυπητήριά τους. Το δυσοίωνο πλην υπερευαίσθητο πουλί γίνεται μέλος της πενθούσας οικογένειας και υπόσχεται να μείνει μαζί τους μέχρι να κλείσει η πληγή της απώλειας.

Αυτή είναι η υπόθεση της νουβέλας Grief is the Thing with Feathers, με την οποία ο Μαξ Πόρτερ έκανε, πριν από περίπου έναν χρόνο, την εντυπωσιακή πρώτη του εμφάνιση στα αγγλικά γράμματα.

Το λογοτεχνικό ντεμπούτο του Πόρτερ, ο οποίος είναι εκδότης του oίκου Portobello και της περιοδικής έκδοσης Granta, ενθουσίασε κοινό και κριτική και απέσπασε το διεθνές βραβείο Dylan Thomas για το έτος 2016, ενώ έχει προταθεί για το φετινό βραβείο πρωτοποριακής μυθοπλασίας που αθλοθετείται από το Πανεπιστήμιο Goldsmiths του Λονδίνου.

Ο Πόρτερ πραγματεύεται ένα κοινότοπο θέμα για το οποίο έχουν γραφεί σελίδες επί σελίδων – τον άωρο θάνατο και τη θλίψη που βιώνουν οι οικείοι του νεκρού.

Το κείμενο διαρθρώνεται σε τρία μέρη, τα οποία εν είδει τριπτύχου εξιστορούν την πορεία από το ανείπωτο πένθος για την αιφνίδια απώλεια που τσακίζει τα μέλη μιας μικρής οικογένειας προς την ανάπτυξη μηχανισμών άμυνας και την αρχή της οριστικής επούλωσης των τραυμάτων τους.

Η μεγάλη επιτυχία του συγγραφέα είναι ότι κατορθώνει να ξεφύγει από τα τετριμμένα και να απογειώσει το άκρως υβριδικό του κείμενο συνδυάζοντας αρμονικά την πρόζα, τον μύθο και την ποίηση.

Ο Πόρτερ πειραματίζεται με ετερογενές αφηγηματικό υλικό και συγκολλά κομμάτια δραματοποιημένου πολυφωνικού λόγου, αποκόμματα συνεντεύξεων καθώς και φανταστικά μισοτελειωμένα χειρόγραφα που πραγματεύονται όψεις της ποίησης του πολυβραβευμένου Αγγλου ποιητή Τεντ Χιουζ, η σκιά του οποίου περιφέρεται στο μυθιστορηματικό σύμπαν του κειμένου.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα η παραδοσιακή πρόζα από μόνη της καθώς και το ενιαίο αφηγηματικό πλαίσιο δεν ήταν τα ιδανικά οχήματα για να αποτυπώσει τη θλίψη· μια τόσο ακραία και χαώδης ψυχολογική κατάσταση αναδεικνύεται ιδανικά μέσα από έναν λόγο κομματιασμένο και αποσπασματικό, που διαποτίζεται από το ωμό αδιαμεσολάβητο συναίσθημα.

Σε συνέντευξή του ο συγγραφέας ανέφερε ότι το βιβλίο είναι βαθιά ριζωμένο στα δικά του προσωπικά βιώματα και κυρίως στην απώλεια του πατέρα του σε μικρή ηλικία, γεγονός που σημάδεψε τον ίδιο και τον αδελφό του.

Οταν αρκετά χρόνια αργότερα αποφάσισε να γράψει το βιβλίο που για καιρό σχεδίαζε, επέλεξε να εστιάσει στην αδελφική σχέση, εξερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο τα αδέλφια μοιράζονται, επεξεργάζονται, ανταλλάζουν, θυμούνται και παραχαράζουν τις ιστορίες των παιδικών τους χρόνων.

Οπως ανέφερε ο ίδιος, φαντάστηκε τρία ξύλινα δοχεία: στο πρώτο τοποθέτησε δύο ορφανά από μάνα αδέλφια, στο τελευταίο τοποθέτησε έναν πατέρα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τον θάνατο της αγαπημένης του, και για να γεμίσει το κεντρικό δοχείο αναζητούσε μια δυνατή, σκοτεινή και μεταφυσική παρουσία που θα γεφύρωνε την απόσταση μεταξύ των άλλων δοχείων: αυτές ακριβώς τις ιδιότητες βρήκε στο Κοράκι, ένα ιδιοσυγκρατικό πουλί που πάντα τον γοήτευε λόγω της ασυνήθιστης εξυπνάδας του και της αίσθησης του χιούμορ που επιδεικνύει.

Το Κοράκι είναι στην προκειμένη περίπτωση η φωνή που μαγνητίζει κυριολεκτικά το ενδιαφέρον των αναγνωστών.

Το κατάμαυρο πουλί έχει μια μακρά παρουσία στη λογοτεχνία και η επιλογή του εδώ δεν είναι καθόλου τυχαία, αν αναλογιστεί κανείς την αφοσίωση του μυθιστορηματικού πατέρα στην ποίηση του Τεντ Χιουζ όπου το κοράκι έχει εξέχουσα θέση. Το κοράκι του βιβλίου, γέννημα πιθανότατα της φαντασίας του συγγραφέα-πατέρα μιλά με ανθρώπινη λαλιά και αναλαμβάνει πολλαπλούς ρόλους.

Σύμβολο φθοράς κι αγγελιαφόρος θανάτου σύμφωνα με την παραδοσιακή εικονοποιία μεταμορφώνεται στον εκφοβιστικό εξομολόγο του ενδοκειμενικού πατέρα, σε έναν ειλικρινή φίλο που δεν καταφεύγει σε παρηγορητικά λόγια για να αποκοιμίσει τον πόνο, σε μια φτερωτή γκουβερνάντα για τα δύο ορφανά και ευάλωτα παιδιά της ερημωμένης από μάνα φωλιάς και εν τέλει στον θεραπευτή της τριμελούς οικογένειας.

Το πολυεπίπεδο αυτό κείμενο δεν είναι απλώς μια τολμηρή από άποψη τεχνικών μυθιστορηματική σπουδή στη θλίψη, που ακροβατεί ανάμεσα στο βαρύ πένθος και το μαύρο χιούμορ.

Είναι επίσης ο αντικατοπτρισμός των αναγνωστικών εμπειριών του Πόρτερ, ο οποίος εκτιθέμενος καθημερινά -λόγω επαγγέλματος- σε πληθώρα κειμένων, θέλησε να αναμίξει δημιουργικά την ψυχαναλυτική θεωρία που χρησιμοποιεί ο μελετητής πατέρας με τα χοντροκομμένα αστεία των αγοριών και να συνδυάσει φόρμες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο η παιδική λογοτεχνία και το λόγιο δοκίμιο σε ένα κείμενο εξόχως παιγνιώδες.

Το βιβλίο του Πόρτερ είναι σύντομο, όπως άλλωστε σύντομη είναι και η ίδια η ζωή. Μαθαίνουμε να θρηνούμε και συνάμα να ξεπερνάμε τη θλίψη, όπως μαθαίνουμε να διαβάζουμε και να φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι τις ιστορίες της ζωής μας.

Ο τίτλος του κειμένου κλείνει το μάτι στη γνωστή Αμερικανίδα ποιήτρια Εμιλι Ντίκινσον, στην εκδοχή της οποίας «η ελπίδα είναι αυτό με τα φτερά», συναίσθημα βαθιά ριζωμένο στην ανθρώπινη φύση που απελευθερώνεται προς το τέλος της νουβέλας.


Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω πως μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει κάποια επίσημη πληροφόρηση για επικείμενη μετάφραση στα ελληνικά, έργο ομολογουμένως δύσκολο λόγω της πλούσιας και βαθύτατα ποιητικής γλώσσας.

Σας το συνιστώ όμως ανεπιφύλακτα: διαβάζεται μονορούφι και μιλά στον καθένα από μας που έχει ζήσει την απώλεια αγαπημένων προσώπων, αναμετρήθηκε με το πένθος και βρήκε τελικά τον τρόπο να συμφιλιωθεί με το κενό της απουσίας τους.