Η διαφωνία μας ήταν αν θα πηγαίναμε στου Χατζή ή στου Γκιουλίογλου για γλυκό και καφέ. Εκείνη ήθελε φανατικά τον πρώτο, εγώ τον δεύτερο, παρασυρμένη κι από το ταξίδι μου στην Κωνσταντινούπολη όπου είδα στο ομώνυμο ζαχαροπλαστείο να γίνεται λαϊκό προσκύνημα. «Ρε Βάσω, καρφίτσα δεν πέφτει. Οχι μόνο καθιστοί και όρθιοι τρώνε και γλυκαίνονται, αλλά φεύγουν και μ’ ένα κουτί για το σπίτι».
«Σαν του Χατζή δεν έχει. Πώς να σου το εξηγήσω: είναι πολίτικα αλλά ελληνικά. Το βούτυρο δεν έχει έντονη μυρωδιά, το καρυδάκι φρέσκο, σιροπιαστά όσο πρέπει, να μη λιγώνεσαι. Ο άλλος δουλεύει πολύ το φιστίκι». «Καλά, μωρέ. Πάμε και στα δύο. Μια φορά στο ένα, μια στο άλλο».
Μιλούσαμε με τη σιγουριά της ζωής, των χρόνων μας. Ομως ούτε στο ένα ζαχαροπλαστείο πήγαμε ούτε στο άλλο. Τον πάλευε τον καρκίνο, η Βάσω. Ηταν αισιόδοξη, χαμογελούσε. Αυτό το χαμόγελο, πιο γλυκό κι απ’ τα σερμπέτια όλης της Ανατολής, και η καρτερικότητά της ήταν που μας μπέρδευαν όλους και μας έκαναν να ελπίζουμε ότι μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να κλείσουμε ραντεβού μαζί της.
Σας το είχα πει και πριν από έναν χρόνο («Κολόνια λεμόνι», 10.8.15) πως ήταν σίγουρη ότι θα τα καταφέρει. Αλλά ήταν άνιση η μάχη και τα χτυπήματα ύπουλα. Ηττήθηκε, παραδόθηκε.
Συνήθως στις εφημερίδες, και είναι σωστό, γράφουμε το «έφυγε» για κείνους τους ανθρώπους που με το έργο τους, στα γράμματα, στην τέχνη, στην πολιτική, είχαν σπάσει τον κλοιό του κοινωνικού τους περίγυρου. Τους σημαντικούς με τον έναν ή τον άλλον τρόπο για όλους.
Αλλά για τον καθέναν από μας ο δικός του άνθρωπος είναι ακόμη πιο σημαντικός και από τους σημαντικότερους. Και η Βάσω ήταν μοναδική για τη Ζανίν, την Πατρίτσια, τον Μωυσή, που δεν θα την άλλαζαν με τους τρισμέγιστους αυτού του κόσμου. Και για μας ήταν η ξεχωριστή φίλη. Και μέχρι τη δική μας έξοδο δεν θα συμφιλιωθούμε ποτέ με την απώλειά της.
Και θα έχουμε πάντα τις ενοχές μας καθώς θα τη θυμόμαστε πότε γιατί αναβάλαμε τη συνάντηση, πότε γιατί δεν είπαμε αυτά που νιώθαμε, πότε γιατί δεν κάναμε το ταξίδι που ονειρευτήκαμε.
Μη μας θυμώνεις, μάτια μου. Δεν αργήσαμε εμείς, εσύ βιάστηκες.
