Δεκαετία του ’90: «πανηγυρική» σημειολογική ήττα του σοσιαλιστικού μοντέλου ή πιο σωστά του «υπαρκτού», και η πτώση του Τείχους συμβολικό αποκορύφωμα. Ο καπιταλισμός θέσφατο και οικονομική πανάκεια. Η Ευρώπη με ιδεολογική βάση τα παραπάνω, πορεύεται στη διαδικασία ενοποίησης με κατεξοχήν νεοφιλελεύθερη πολιτική, ανίσχυρες δημοσιονομικές παρεμβάσεις, ανεξέλεγκτο δανεισμό και συγκέντρωση της οικονομικής εξουσίας σε ένα πανίσχυρο λόμπι.
Τα χρόνια περνούν με χαρά και αισιοδοξία αλλά σαν φυσική συνέπεια, έρχεται το κραχ του 2008. Tα μάτια ανοίγουν διάπλατα να δουν ποια είναι η κατάσταση πίσω από τον δήθεν «αναπτυξιακό» παράδεισο. Και παγκοσμιοποίηση γαρ, με το ευρωπαϊκό οικονομικό οικοδόμημα να σείεται συθέμελα. Οι προσπάθειες της χρηματοπιστωτικής ελίτ, αδιάλλακτες και πεισματικές, δεν φαίνεται να διορθώνουν αλλά μάλλον να μετατοπίζουν το πρόβλημα, αναβάλλοντας τις επιπτώσεις του.
Και πού βρισκόμαστε σήμερα; Η πλειοψηφία της οικονομικής αρθρογραφίας συμφωνεί με το μήνυμα του αντιπροέδρου της Eυρωπαϊκής Kεντρικής Τράπεζας Vitor Constancio στην εισήγηση του της 7ης Ιουλίου: «Οι ευρωπαϊκές τράπεζες υπό πολιορκία». Η κύρια απειλή, η δαμόκλειος σπάθη που υψώνεται, λέγεται στη γλώσσα μας «κόκκινα δάνεια». Τα 360 δισ. ευρώ κόκκινα δάνεια της Ιταλίας είναι ο επόμενος πονοκέφαλος της Ευρώπης. Και δεν αντιμετωπίζουν μόνο οι ιταλικές τράπεζες αυτό το πρόβλημα. Μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα της Ευρωζώνης έχουν περί τα 950 δισ. ευρώ(!) μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ποσό που προσεγγίζει το 9% του ευρωζωνικού ΑΕΠ. Και όλα αυτά βέβαια δεχόμενοι ότι οι αποτιμήσεις είναι «αντικειμενικές» και δεν μας χρυσώνουν το χάπι… Παράλληλα, τα πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα επιτοκίων που παρατηρούνται, καταφέρουν ένα δεύτερο σημαντικό χτύπημα στην κερδοφορία και βιωσιμότητα των ιδρυμάτων. Η κατάσταση δεν πάει άλλο, τα επιτόκια δεν μπορούν να κατέβουν πιο κάτω από τα μηδενικά ή και αρνητικά επίπεδα που ήδη παρατηρούνται σε πολλές χώρες. Τα παραδοσιακά εργαλεία τόνωσης της οικονομίας έχουν εξαντληθεί.
Ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης μπορεί να μην είναι σε θέση να συλλάβει και να αναλύσει ακριβώς σε τεχνικό επίπεδο την κατάσταση, παρ’ όλα αυτά διαισθάνεται όλο και περισσότερο ότι οι «γραβατωμένοι» δεν του τα λένε πολύ καλά. Και τι αγγίζει τον Ευρωπαίο, ειδικά αυτόν της Ευρωζώνης; Η καθημερινή απειλή ενάντια στην επί δεκαετίες σιγουριά του και στο κοινωνικό κεκτημένο. Οι ολοένα και πενιχρότερες συντάξεις οι οποίες απειλούνται σοβαρά μαζί με τις υπόλοιπες παροχές του, από τη γήρανση του πληθυσμού, την αύξηση του δημοσίου χρέους και της ανεργίας. Οι παραγωγικές μονάδες της χώρας του που βάλλονται από πολύ χαμηλότερου κόστους εισαγόμενα προϊόντα. Αγωνίζεται πια σε ένα αμερικανοποιημένο περιβάλλον, για να βρει μια ωρομίσθια απασχόληση με διαρκές άγχος και τρέξιμο, όταν είχε μάθει ότι πάντα θα τον περιμένει σίγουρη, οχτάωρη δουλειά.
Κατά δεύτερο λόγο, βλέπει ότι η επιδείνωση των οικονομικών δεδομένων στη ζωή του οφείλεται ή τουλάχιστον συμπίπτει χρονικά, με την κατάργηση των προστατευτικών δομών που ίσχυαν σε μεγάλο βαθμό έως και τα τέλη της δεκαετίας του ’80 (ο προστατευτισμός τοπικού, όχι εθνικού χαρακτήρα στην Ε.Ε., είναι ένα μεγάλο στοίχημα και μια βασική λύση).
Πώς μεταφράζονται τα παραπάνω σε επίπεδο κοινωνικής αντίδρασης; Μια αρκετά μεγάλη μερίδα του πληθυσμού αντιδρά εκρηκτικά και συναισθηματικά. Θέλει να «εκδικηθεί», και όχι αναίτια. Περαιτέρω, αναζητά σε μια ακροδεξιά, εθνικιστική, «σκληρή πλην τίμια» υποτίθεται ρητορεία, χώρο να εναποθέσει τις ελπίδες του για την καταπολέμηση της καπηλείας της εξουσίας από τα χρηματοοικονομικά και κάθε είδους κέντρα. Σε αυτό, καθοριστικό ρόλο έχει παίξει και η μετάλλαξη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αποκούμπι κάποτε των μη προνομιούχων, σε φερέφωνο της ακραίας ολιγαρχίας και του εκφυλισμένου καπιταλισμού. Ενδεχομένως, να σκέφτεται ότι η αλλαγή (εναλλαγή επί της ουσίας) των κέντρων εξουσίας, θα κάνει τη διαφορά. Γιατί τα «νέα» κέντρα καίτοι πιο σκληρά, θα είναι πιο «φιλολαϊκά», πιο «δίκαια», πιο «ηθικά». Θα είναι όμως; Θα μπορέσει να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα δημοκρατίας στον οικονομικό τομέα μέσω ακροδεξιών, εθνικιστικών μορφωμάτων; Η ερώτηση φυσικά, είναι καθαρά ρητορική.
Και ποια είναι η λύση; Βεβαίως και απαιτείται μία αντίδραση, αλλά όχι με βία και σπασμωδικά. Όταν κάτι δεν λειτουργεί σωστά όπως η δημοκρατία στην Ε.Ε., καταβάλλουμε μεγαλύτερη προσπάθεια για να το διορθώσουμε, δεν τινάζουμε τα πάντα στον αέρα. Δεν υιοθετούμε τη «λύση» μιας βίαιης, «ρεβανσιστικής» (αν και δικαιολογημένης κατά πολλούς) αντίδρασης, που ισοδυναμεί με το να αντιμετωπίζουμε το έλλειμμα δημοκρατίας με ακόμη λιγότερη δημοκρατία.
Το τρίπτυχο της δράσης είναι αναμόρφωση, δημοκρατία, συμμετοχή! Σε όλους τους τομείς της ευρωπαϊκής δραστηριότητας, κι όχι μόνο στο οικονομικό πεδίο. Που συνεπάγεται μεταξύ άλλων μία συνετή, γενναία και αντιγραφειοκρατική αναμόρφωση των δομών, κανονισμών και φυσικά της νομοθεσίας της Ε.Ε.
Όσον αφορά τον χρηματοοικονομικό χώρο τώρα, πλήθος αναμορφωτικών προτάσεων κυκλοφορούν από μια μεγάλη γκάμα ειδικών, που κυμαίνεται από γραφικούς αλλά όχι και αδιάφορους αγκιτάτορες, έως τους πλέον διακεκριμένους ακαδημαϊκούς. Προτάσεις όπως η απευθείας διανομή χρήματος σε όλους τους πολίτες της χώρας (το λεγόμενο ‘helicopter money’), το οικουμενικό βασικό εισόδημα, παράλληλα νομίσματα ειδικού σκοπού, κρατικό νόμισμα με ταυτόχρονη κατάργηση της έκδοσης νομίσματος από τις ιδιωτικές τράπεζες, υποχρεωτική παρουσία μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε πακέτα χρηματοδότησης, θεσμοθέτηση ιδιωτικών (εξωχρηματιστηριακών) τοποθετήσεων (private placement) σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ηλεκτρονικές πλατφόρμες ομαδικής χρηματοδότησης (crowdfunding), δανεισμός χωρίς χρηματοπιστωτικούς ενδιάμεσους (peer to peer lending) κ.ο.κ.
Δυστυχώς, το έλλειμμα δημοκρατίας χτυπάει και αυτήν ακριβώς τη δυνατότητα ποιοτικής μεταστροφής της χρηματοοικονομίας αλλά και της οικονομίας γενικότερα. Τα ώτα των ιθυνόντων, κανονιστικών ιδρυμάτων, εσκεμμένα ή μη, κωφεύουν. Μήπως γιατί η νομενκλατούρα είναι βολεμένη στις παραδοσιακές γραφειοκρατικές δομές και κανένας δεν διακινδυνεύει τη θέση του σε καινούρια χωράφια; Εκτός βέβαια, κι αν πιστέψουμε ότι οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντράγκι υπέρ των θυμάτων της κρίσης, σηματοδοτούν μια ουσιαστική αλλαγή πορείας στην αντικοινωνική πολιτική της ΕΚΤ· την αρχή του τέλους στον «ύπνο του δικαίου». Κι αυτό, έχοντας πάντα υπόψη ότι η απόσταση μεταξύ δηλώσεων και έργων, δεν είναι απαραίτητα και η συντομότερη…
* οικονομικός αναλυτής, μέλος των Οικολόγων Πράσινων
