Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από τριάντα χρόνια (το έτος 1986) στη Γερμανία διεξήχθη ένας θεωρητικός και πολιτικός διάλογος, ο οποίος καθιερώθηκε να ονομάζεται «η διένεξη των ιστορικών» (Historikerstreit).

Αφορμή για να ξεκινήσει αυτός ο διάλογος ήταν ένα κείμενο του ιστορικού επιστήμονα Ερνστ Νόλτε (πέθανε πρόσφατα –18 Αυγούστου 2016), το οποίο φέρει τον τίτλο «Το παρελθόν, το οποίο δεν θα περάσει».

Σ’ αυτό το κείμενο ο Νόλτε διατύπωσε τη θέση, σύμφωνα με την οποία ο ναζισμός είναι η λογική και πολιτική απάντηση στον κομμουνισμό, στον μπολσεβικισμό.

Ο ίδιος είχε θητεύσει κοντά στον Γερμανό φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία και με δύο σημαντικά έργα του: «Ο φασισμός στην εποχή του» (1963) και «Η Γερμανία και ο Ψυχρός Πόλεμος» (1974). Είχε αναγνωριστεί ως κορυφαίος επιστήμων στην επιστημονική κοινότητα.

Βρισκόμαστε σε μια ιστορική φάση (δεκαετία του ’80) κατά την οποία η Γερμανία επιχειρεί στο συνειδησιακό επίπεδο να «κατασκευάσει» την ταυτότητά της, να επεξεργαστεί το παρελθόν της και να σκεφτεί το μέλλον της.

Στον δημόσιο διάλογο πρωτοστατεί ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, ο οποίος με το κείμενό του με τίτλο «Ενας τρόπος διευθέτησης της ζημιάς» (Eine Art Schadensabwicklung) ανασκευάζει τη θέση του Νόλτε σε όλα τα επίπεδα: επιστημολογικό, θεωρητικό και πολιτικό. Γράφει χαρακτηριστικά: «Κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον εαυτό του από το ιστορικό πλαίσιο που μας διαμόρφωσε όπως είμαστε σήμερα….».

«Η διένεξη των ιστορικών» αποτελεί πρότυπο δημόσιας θεωρητικής και πολιτικής συζήτησης. Με τον διάλογο αυτό αποδεικνύονται ακόμη δύο πράγματα: πρώτον, ότι η άποψη που επικρατεί τελικά είναι η ορθολογική και τεκμηριωμένη θέση και, δεύτερον, δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι ο διάλογος αυτός συνέβαλε στην «κατασκευή» της μεταπολεμικής πολιτικής ταυτότητας των Γερμανών.

Εδώ περιοριζόμαστε σε πραγματολογικές αναφορές σχετικά μ’ αυτόν τον διάλογο και δεν επιχειρούμε τη θεωρητική παρουσίασή του. Μας ενδιαφέρει να θίξουμε πώς τον «υποδέχεται» η δημόσια σφαίρα στην ελληνική πραγματικότητα.

Για ακόμη μια φορά η παραμόρφωση και η παραχάραξη βρίσκονται μπροστά μας. Αναφέρομαι στο άρθρο του δημοσιογράφου Ηλία Κανέλλη («Τα Νέα», 20 Αυγούστου 2016). Εκεί ο συντάκτης του εξυμνεί τον Ερνστ Νόλτε ως «έναν χαλκέντερο, συστηματικό και ακέραιο επιστήμονα της Ιστορίας» και επιπλέον θεωρεί ότι οι έρευνές του για τους ολοκληρωτισμούς είναι κορυφαίες.

Αυτό τον οδηγεί (τον Κανέλλη) στο ολισθηρό μονοπάτι του αντικομμουνισμού, πράγμα που ούτε ο ίδιος ο Νόλτε δεν διανοήθηκε να κάνει. Παραθέτει στο άρθρο του οκτώ δομικές ομοιότητες ανάμεσα στον ναζισμό και τον κομμουνισμό και αναγορεύει τον Νόλτε σε «αλογόμυγα της Ιστορίας»!

Στο σημείο αυτό συμφωνώ απολύτως με την κριτική που ασκεί ο δημοσιογράφος Νίκος Σβέρκος όταν γράφει: «Είναι απορίας άξιον γιατί αρθρογράφοι στα “Νέα” ενστερνίζονται απολύτως την αναθεωρητική ιστοριογραφία του Νόλτε και απορρίπτουν μετά βδελυγμίας την άποψη του Χάμπερμας (βλ. «Εφ.Συν., 23.8.2016).

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να κάνει κανείς ακόμη δύο προσθήκες: πρώτον, μία θεωρητική, σύμφωνα με την οποία οι έρευνες του Νόλτε για τους ολοκληρωτισμούς σε σχέση με τις αντίστοιχες της Χανα Αρεντ κρίνονται σήμερα πια περιθωριακές και, δεύτερον, μία πολιτική, σύμφωνα με την οποία ο Νόλτε υπήρξε αμετανόητος αντισημίτης.

Σε πρόσφατο βιβλίο του με τον τίτλο «Οψιμοι αναστοχασμοί» (2011) διατυπώνει τις αντιρρήσεις του για την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ στην «περιοχή του Ισλάμ» όπως γράφει χαρακτηριστικά.

Είναι πράγματι οδυνηρό να διαπιστώνει κανείς ότι σκεπτόμενα άτομα (τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί δημοσιογράφοι) επιλέγουν να υπερτονίσουν μια περιθωριακή όψη ενός επιστήμονα, στην περίπτωσή μας του Ερνστ Νόλτε, προκειμένου να προωθήσουν οι ίδιοι τις ιδέες του αντικομμουνισμού τους.

Και ακόμη πιο αξιολύπητο και για τους ίδιους και για την πνευματική μας κοινότητα είναι να αποδεικνύουν την «ημιμόρφωσή» τους σε θέματα και ζητήματα όπως είναι αυτό της «διένεξης των ιστορικών».

Η θεωρητική και πολιτική αυτή διαμάχη στοίχισε στον Νόλτε, μετά τη συμμετοχή του σ’ αυτόν τον διάλογο, την απομόνωσή του στο Πανεπιστήμιό του (στο Βερολίνο).

Οι δημόσιες εμφανίσεις του περιορίστηκαν και ο ίδιος με τις απόψεις και τις θέσεις του βρέθηκε στο ιστορικό περιθώριο. Στην ελληνική πνευματική κοινότητα όμως φαίνεται πως κάποιοι προοδευτικοί (;) κύκλοι νοσταλγούν τις παρωχημένες ιδέες του «χαλκέντερου επιστήμονα της Ιστορίας».

* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης