Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σαν χιτσκοκικό θρίλερ πασπαλισμένο με σκοτεινές φαντασιώσεις αλλά και νέας κοπής φεμινιστικό μανιφέστο, η ταινία «Εκείνη» αποτελεί διασκευή του βιβλίου του Φιλίπ Ντιζάν «Οh…». Αντιθέτως, ο Τζέιμς Σέιμους αποδίδει πιστά την «Αγανάκτηση» του Φίλιπ Ροθ με ένα ικανό και δροσερό καστ.

Εκείνη

(Elle, Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, 2016, 130’)

  • σκηνοθεσία: Πολ Βερχόφεν
  • ηθοποιοί: Ιζαμπέλ Ιπέρ, Λοράν Λαφίτ, Αν Κονσινί, Σαρλ Μπερλέν, Βιρζινί Εφιρά, Κριστιάν Μπερκέλ

Θα άξιζε και μόνο για την απίστευτη, λεπτοδουλεμένη, αυτοκρατορική κι υπονομευτική ερμηνεία της Ιζαμπέλ Ιπέρ, στον καλύτερο ρόλο της από την εποχή της «Δασκάλας του πιάνου».

Αλλά η νέα ταινία του Πολ Βερχόφεν έχει πολλούς ακόμα άσους κρυμμένους στο κομψό μανίκι της. Η Μισέλ είναι αήττητη κι απόλυτα συμπαγής: έχει τον έλεγχο της εταιρείας που διευθύνει, της προσωπικής της ζωής και του όμορφου, μεγαλοαστικού σπιτιού της.

Μέχρι τη μέρα που ένας μυστηριώδης, κουκουλοφόρος άνδρας θα εισβάλει στον χώρο της και θα της επιτεθεί. Η Μισέλ ξεκινά να αναζητά μανιωδώς την ταυτότητά του, χαϊδεύοντας απαλά τις ρωγμές στην πανοπλία της, κάτω από την οποία κοιμάται το δικό της σκοτεινό παρελθόν.

Διασκευάζοντας το βιβλίο του Φιλίπ Ντιζάν «Oh…», στου οποίου το «37˚2 le Matin», άλλωστε, βασίστηκε το «Μπέτι Μπλου» του Ζαν-Ζακ Μπενέξ, ο Πολ Βερχόφεν, έχοντας διανύσει ολόκληρη την ανταριασμένη διαδρομή από τον «Τέταρτο άνθρωπο» στην «Ολική επαναφορά» κι από το «Βασικό ένστικτο» στο «Showgirls», αποδεικνύει με καθηλωτική μαεστρία ότι είναι, πια, κινηματογραφικά και πνευματικά σοφός.

Στην ταινία του θέτει τους όρους για ένα σκληρό χιτσκοκικό θρίλερ, τους πασπαλίζει με τις αποχρώσεις σκοτεινών φαντασιώσεων και κοινωνικής κριτικής και κάνει… μαύρη κωμωδία. Χτίζοντας βήμα βήμα, συγκεκριμένα με τις ψηλοτάκουνες γόβες της Μισέλ του, ένα γεμάτο πισωγυρίσματα μυστήριο, βρίσκει τον χρόνο και τον χώρο για ένα καινούργιας κοπής φεμινιστικό μανιφέστο, για απλόχερο συναισθηματισμό χωρίς υπερβολές, για αγωνία χωρίς ευκολίες, για μελόδραμα χωρίς στοιχεία camp.

Ακόμα καλύτερα, επιλέγοντας ως έδρα της ταινίας τη Γαλλία καθόλου τυχαία, σατιρίζει τη γαλλική μπουρζουαζία χωρίς ίχνος συστολής, παίζει με την ιερότητα του φαίνεσθαι και την καταρρίπτει με χαιρέκακο χαμόγελο.

Και, κάπου εκεί, μέσα από τη Μισέλ (που, όχι πολύ διαφορετικά από τη δασκάλα του πιάνου που ερμήνευσε η Ιπέρ στην ταινία του Χάνεκε, αναζητά τον πόνο στο κορμί της για να νιώσει ότι κάτι βιώνει), ξεδιπλώνει μια ταινία όλο τρυφερότητα και το γέλιο της κάθαρσης: μια κινηματογραφική απόλαυση που δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά και, γι’ αυτό, κάνει τη σοβαρότερη κριτική τού σήμερα.

Μην ανασαίνεις

(Don’t Breathe, ΗΠΑ, 2016, 88’)

  • σκηνοθεσία: Φέντε Αλβαρεζ
  • ηθοποιοί: Στίβεν Λανγκ, Τζέιν Λέβι

Η νέα ταινία του Θάνου Αναστόπουλου, μετά τα «Ολο το βάρος του κόσμου», «Διόρθωση» και «Η κόρη», συν-σκηνοθετημένη από τον Ντάβιντε ντελ Ντέγκαν, είναι μια ταινία με πολλή εικόνα, πολύ λόγο, που σε σπρώχνει σε πολλές σκέψεις.

Με παγκόσμια πρεμιέρα στο τελευταίο Φεστιβάλ Κανών, το ντοκιμαντέρ παρατηρεί, για μια φουλ σεζόν, την παραλία Πεντοτσίν στην Τεργέστη, μια από τις παλιότερες οργανωμένες πλαζ που προσφέρει από τα τέλη του 19ου αιώνα τα «μπάνια του λαού».

Ποιου λαού ακριβώς; Των ντόπιων βιοπαλαιστών, με τόσο στενούς συνδέσμους με την ταραγμένη ιστορία της Ευρώπης και με τη διπλανή Γιουγκοσλαβία του Τίτο που έχει αφήσει πίσω το σημάδι και τους ανθρώπους της.

Η παραλία Πεντοτσίν έχει κι άλλη μία, ακόμα πιο παράξενη ιδιαιτερότητα: ένας τοίχος τη χωρίζει στη μέση, που συνεχίζεται και μέσα στη θάλασσα. Από τη μια πλευρά λιάζονται και κολυμπούν οι γυναίκες, από την άλλη οι άντρες. Αυστηρά, με μεγάλη ικανοποίηση και χωρίς καμιά πρόθεση αυτό ν’ αλλάξει. Ολοι βολεύονται στο Πεντοτσίν, χαλαρώνουν, δείχνουν τον αληθινό εαυτό τους.

Σ’ αυτούς τους ανθρώπους, τους «μόνιμους» του Πεντοτσίν, εστιάζει η «Τελευταία παραλία», αντλώντας από τα καλοκαίρια (και τους μοναχικούς χειμώνες) τους σοφία, κέφι και μια ελαφρά μελαγχολία που αρκεί για μια ζωή.

Σ’ αυτή την παραλία, όπου ο Αναστόπουλος και ο Ντέγκαν πέρασαν δύο χρόνια γυρίζοντας, με τον τοίχο που στέκεται απ’ την εποχή της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, αλλά που σηματοδοτεί την απόλυτη ελευθερία, την ανεξαρτησία, την αυτονομία, αντί για την καταπίεση, ο θεατής περνά την ώρα του βλέποντας κι ακούγοντας.

Τους θαμώνες που ανταλλάσσουν τα νέα τους, τον θάνατο που κάνει τις επισκέψεις του (το Πεντοτσίν δεν είναι της μόδας ώστε να προσελκύει νέους, ο μέσος όρος ηλικίας είναι υψηλός), τα καλαμπούρια, τις καντσονέτες, τους τσακωμούς, την υπαρξιακή αγωνία, το κέφι.

Τη ρουτίνα, σε όσους πηγαίνουν και σε όσους δουλεύουν εκεί. Την ασφάλεια, του ότι αυτός ο τόπος θα εξακολουθήσει να υπάρχει και να τους φιλοξενεί ό,τι κι αν συμβεί. Τη λάμψη του ήλιου που τους κάνει όλους όμορφους, την απελευθέρωση του νερού.

Μπορεί η ταινία να μη στοχεύει σε μια κλιμάκωση της αφήγησής της, μπορεί να στέκεται για παραπάνω ώρα στα πρόσωπα και τις κουβέντες των ηρώων της, όμως δεν είναι δύσκολο να παρασυρθείς από το συναρπαστικό του «κανονικού» που ποτέ δεν είναι βαρετό, από ένα μάτσο προσωπικότητες ανώνυμες, αλλά μεγαλύτερες απ’ τη ζωή, γοητευτικές, συγκινητικές ή τολμηρά ψυχαγωγικές.

Και στιγμή δεν λείπει αυτό που κάνει τη ζωή ωραία, η εναλλαγή της χαράς με τη μελαγχολία. Τα σημαινόμενα στην ταινία δεν σηματοδοτούνται, ούτε οι πολιτικές ούτε οι φυλετικές ή κοινωνικές προεκτάσεις. Βρίσκονται όμως μέσα στις λέξεις των ηρώων για όποιον θέλει να τ’ ακούσει.

Πελαργοί

(Storks, ΗΠΑ, 2016, 86’)

  • σκηνοθεσία: Νίκολας Στόλερ, Νταγκ Σουίτλαντ
  • με τις φωνές των: Αντι Σάμπεργκ, Κέιτι Κράουν, Κέλσι Γκράμερ, Τζένιφερ Ανιστον / στα ελληνικά: Θανάση Τσαλταμπάση, Λίλας Μπακλέση

Η WB Animation και η ομάδα του «Lego Movie» στήνουν ένα χαριτωμένο ιπτάμενο ταξίδι που θέτει σε νέες βάσεις τόσο τη σημασία της «οικογένειας» όσο και τον αληθινό προορισμό των… πελαργών.

Τα πουλιά που είχαν την ευθύνη να φέρνουν τα μωρά στον κόσμο (όχι;), διαθέτουν τώρα τη μεγαλύτερη αλυσίδα ταχυμεταφορών λιανικής. Ο καλύτερος πελαργο-πωλητής της εταιρείας όμως, ο Τζούνιορ, μαζί με τη μοναδική άνθρωπο της ομάδας, την ορφανή Τούλιπ, θα χρειαστεί να θυμηθούν την τέχνη του παρελθόντος και να βρουν σπίτι σ’ ένα ακαταμάχητο νεογέννητο μωρό. Χιούμορ, τρυφερότητα και, κυρίως, μια τραβηχτική κοκκινομάλλα ατίθαση πρωταγωνίστρια.

Η τελευταία παραλία

(L’ Ultima Spiaggia, Ιταλία, Γαλλία, Ελλάδα, 2016, 118’)

  • σκηνοθεσία: Θάνος Αναστόπουλος, Ντάβιντε ντελ Ντέγκαν

Πιστεύοντας ότι θα πιάσουν επιτέλους την καλή, τρία κλεφτρόνια στο ερημωμένο Ντιτρόιτ που καταρρέει, εισβάλλουν στο σπίτι ενός τυφλού ηλικιωμένου άντρα που, όμως, αποδεικνύεται πολύ πιο δυνατός κι αποφασισμένος απ’ ό,τι πίστεψαν. Ο δημιουργός του ριμέικ του «Evil Dead», με παραγωγό ξανά τον Σαμ Ράιμι, φτιάχνει ένα από τα πιο καλοσκηνοθετημένα, κλειστοφοβικά θρίλερ που είδαμε τελευταία.

Ακολουθώντας τη γραμμή των b-movies τρόμου, κινούμενο κυρίως στο σκοτάδι και με σαδιστικό οδηγό τους ήχους, σχολιάζοντας ακόμα και την κοινωνική κατάπτωση της καρδιάς της Αμερικής, το «Μην ανασαίνεις» είναι συγκροτημένο, έξυπνο, καθηλωτικό και γεμάτο τρομάρες που σου κόβουν την ανάσα.

Un Condor

(Ελλάδα, 2016, 80’)

  • σκηνοθεσία: Γιάννης Κολόζης

Το ντοκιμαντέρ του Γιάννη Κολόζη που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ της Χαλκίδας έχει το πλεονέκτημα ενός συναρπαστικού ήρωα κι ενός πανέμορφου ντεκόρ. Παρακολουθεί την ιστορία του Σέρχιο Κοντρέρας που, έχοντας ζήσει 38 χρόνια ως αυτοεξόριστος, κυρίως στο Σέφιλντ της Αγγλίας, επιστρέφει σήμερα, στα 55 του, στην πατρίδα του, στη νότια άκρη του κόσμου, στην Πούντα Αρένας της Χιλής, για να ξανασυναντηθεί με την οικογένειά του και τις αναμνήσεις του.

Περισσότερο από ένα χρονικό εξορίας ή από ένα σχόλιο στα απολυταρχικά καθεστώτα, το «Un Condor» είναι μια ελκυστική ιστορία επιβίωσης, με αφηγητή έναν άντρα που δεν έβαλε ποτέ όρια στον εαυτό του, ούτε και τα δέχτηκε από κανέναν. Σαν κόνδορας, πέταξε σταθερά πάνω από τα γεγονότα, κάνοντας σπίτι του τον κόσμο.

Αγανάκτηση

(Indignation, ΗΠΑ, 2016, 110’)

  • σκηνοθεσία: Τζέιμς Σέιμους
  • ηθοποιοί: Λόγκαν Λίμαν, Σάρα Γκέιντον

Ο σπουδαίος παραγωγός και σεναριογράφος (του «Brokeback Mountain», μεταξύ άλλων) Τζέιμς Σέιμους δοκιμάζει όχι ακριβώς τη σκηνοθεσία, αλλά την πολύ συγκεκριμένη απόδοση του μυθιστορήματος του Φίλιπ Ροθ στο σινεμά. Μ’ ένα ικανό και δροσερό καστ, η ταινία παρακολουθεί τον Μάρκους, που εγκαταλείπει τη μικροαστική Αμερική του ’51 για να πάει στο συντηρητικό Πανεπιστήμιο του Οχάιο, αποφεύγοντας, ταυτόχρονα, τη στρατολόγηση στον πόλεμο της Κορέας.

Γεμάτος οργή για το status quo, ερωτευμένος με την πανέμορφη και καταθλιπτική Ολίβια, αντιδρά με τον λόγο του σε όλους και σε όλα, χωρίς να βρει το σθένος να κάνει τις ιδέες του πράξη.

Ενα φιλμ που, μάλλον, μένει υπερβολικά πιστό στο πυκνογραμμένο κείμενο του Ροθ, αλλά μ’ αυτόν τον τρόπο, για τον πρόθυμο θεατή/αναγνώστη, παγιδεύει πετυχημένα τους λεκτικούς χειμάρρους και, μαζί, τη δραματική ανακατάταξη της αμερικανικής κοινωνίας και συνείδησης.

Το κορίτσι του τρένου

(The Girl on the Train, ΗΠΑ, 2016, 112’)

  • σκηνοθεσία: Τέιτ Τέιλορ
  • ηθοποιοί: Eμιλι Μπλαντ, Χέιλι Μπένετ, Λουκ Eβανς, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Λίζα Κούντροου, Αλισον Τζάνεϊ, Τζάστιν Θερού, Εντγκαρ Ραμίρεζ

Το πολύκροτο best seller της Πόλα Χόκινς μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη, με ταιριαστό καστ, αλλά χάνοντας… την ψυχραιμία του.

Η Ρέιτσελ είναι μια θλιμμένη γυναίκα που, πίνοντας διαρκώς, περνά τη μέρα της μέσα στο τρένο, στη συγκεκριμένη διαδρομή που της επιτρέπει να βλέπει από το παράθυρο την παλιά της γειτονιά, το σπίτι που μοιραζόταν με τον πρώην άντρα της –τώρα ξαναπαντρεμένο και με παιδί– και το όμορφο ζευγάρι που ζει στη διπλανή μονοκατοικία.

Η διαδρομή της αυτολύπησης, όμως, θα την κάνει μάρτυρα σ’ ένα σύνθετο έγκλημα, το οποίο η Ρέιτσελ θα προσπαθήσει να λύσει, προσεγγίζοντας από την αρχή το παρελθόν της.

Η καλοδουλεμένη ερμηνεία της Εμιλι Μπλαντ και η, αρχικά, ατμοσφαιρική, αινιγματική σκηνοθεσία κρατούν την ένταση και το μυστήριο στο πρώτο μέρος της ταινίας, που όμως, σταδιακά, παραδίδεται στους νόμους των… α-πιθανοτήτων και στην επιπόλαιη γυναικεία υστερία.