Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα μεταφέρω εδώ τις εντυπώσεις μου από δύο (σε σύνολο τριών) έργα που παρακολούθησα στο Ιδρυμα Κακογιάννη κατά την τέταρτη Εβδομάδα του Κυπριακού Θεατρικού Εργου.

Πρόκειται πρώτα για το «Μπαμ!» του πολύ γνωστού Γιώργου Νεοφύτου, συγγραφέα που κατά τη γνώμη μου εκφράζει και συμπυκνώνει την κοινή προσπάθεια μετάβασης της συλλογικής κυπριακής μνήμης από την απόγνωση στην αυτογνωσία κι από το παρελθόν στο μέλλον· ώς ένα βαθμό την απόπειρα επαναδιαπραγμάτευσης του φορτίου της κυπριακής ιθαγένειας στο σύγχρονο θέατρο.

Ας χαλαρώσουμε όμως προς το παρόν. Το νέο έργο του Νεοφύτου με τον τίτλο «Μπαμ!» κάτι τέτοιο λέει, αυτή τη φορά όμως με τον τρόπο της κωμωδίας, με το ύφος μάλιστα ενός σκετς που στηρίζεται σε μια «παράδοξη συνάντηση» και σε μια απροσδόκητη ανατροπή.

Εδώ, στο «Μπαμ!», μια ξαφνική έκρηξη σε κάποιο εγκαταλειμμένο νεκροταφείο φέρνει κοντά δύο εχθρούς, έναν Κύπριο τουρκικής και έναν Κύπριο ελληνικής καταγωγής, στερώντας τους ένα πολύτιμο εργαλείο διάκρισης: την ακοή.

Καθώς ο ένας δεν ακούει τον άλλον, η γλώσσα χάνει τη δύναμη της αποξένωσης και το σώμα αναλαμβάνει τη δική του επικοινωνία. Απομένουν δύο σώματα ακίνητα και τρομαγμένα, πληγωμένα από ένα παρελθόν που στέκει ξένο για τη δική τους αντίληψη του κόσμου.

Η Λυσιστράτη κάνει… μπαμ

Το τρικ εδώ βέβαια είναι η περίφημη «μειωμένη σκηνική επικοινωνία», που φέρνει τον θεατή (ή μάλλον ακροατή) σε πλεονεκτική θέση. Σε «πλεονεκτική» για να γελάσει βέβαια με τα καμώματα, την ασυνεννοησία, ακόμα και με αυτή την παραδοσιακή φαρσική κατάσταση της «συνομιλίας κωφών»…

Πλεονεκτική όμως και για κάτι άλλο. Περίεργο, αλλά αυτή η έκρηξη που κουφαίνει τους ήρωες του σκετς μάς καλεί να ανοίξουμε τ’ αυτιά μας και να αφουγκραστούμε τη σιωπηλή γλώσσα των ανθρώπων.

Και έχει και αρκετό γέλιο το «Μπαμ!». Ομολογώ ότι όπως είναι γραμμένο σε κυπριακή διάλεκτο, αν και στην εύγλωττη σκηνοθεσία του Ευριπίδη Δίκαιου, δυσκολεύτηκα να παρακολουθήσω όλα τα ευρήματα και τα γλωσσικά αστεία του. Από την άλλη, όμως, δεν δυσκολεύτηκα να δω Κύπριους ηθοποιούς να αναπνέουν στη γλώσσα τους (Κώστας Καζάκας, Μάριος Στυλιανού – στον ρόλο ενός Αργεντίνου περαστικού ο Σάββας Μενοίκου), πράγμα δύο φορές πιο σημαντικό όταν μιλούμε για κωμωδία.

Εχω και κάποιες απορίες, αλλά νομίζω ότι όλα αυτά απαντώνται από την κυπριακή βαθιά εμπειρία που εμένα μου διαφεύγει. Χωρίς να είναι κάτι βαρύγδουπο, και με τη χαρακτηριστική για τον Νεοφύτου υποδόρια χρήση κωμικών μοτίβων (κάποιοι ίσως διακρίνουν στη διήγηση για μια επίσκεψη του Τούρκου Κύπριου σε οίκο ανοχής να αναβλύζει ο προλογικός λόγος του Δικαιόπολη από τους «Αχαρνείς»), το «Μπαμ!» κατορθώνει να διασκεδάσει και –γιατί όχι;– να ξυπνά από τον λήθαργο της εθνικιστικής νάρκης.

Το δεύτερο έργο ανήκει σε εντελώς άλλη ατμόσφαιρα, αν και όχι κατ’ ανάγκην σε άλλη θεματολογία. Και εδώ, στο «Ημουν η Λυσιστράτη», το θέμα βρίσκεται στην κριτική του πολέμου και της ανθρώπινης ματαιότητας. Τα πράγματα όμως σε αυτό το σύντομο κείμενο του Αντώνη Γεωργίου (κρατάει λίγο παραπάνω από 45 λεπτά) είναι σοβαρότερα.

Ηδη η αφετηρία του μας εντάσσει στο δραματικό σύμπαν του Χάινερ Μίλερ, σε μια «Μηχανή Λυσιστράτη», όπου το θέατρο συναντά το αντι-θέατρο, ο ρόλος το είδωλό του και ο μύθος την ιστορία.

Σαν εκείνο το περίφημο «Ημουν ο Αμλετ», η Λυσιστράτη εξέρχεται από το συνεχές παρόν της επαναληπτικής θεατρικότητας, τη ματαιότητα ενός κύκλου που φθείρεται σε κάθε νέα στροφή, για να μιλήσει εκτός ρόλου, μετέωρη, έκπτωτη, σε χρόνο παρελθόντα, σε χρόνο φθίνοντα και χρόνο ιστορικό.

Είδε και αυτή ό,τι κι ο Αμλετ: «ερείπια» της Ευρώπης και του Κόσμου, πολέμους και τη γυναίκα στο κέντρο της πυράς να φλέγεται. Είδε τα λόγια της να γίνονται περίγελως και επιθεώρηση, να στηρίζουν θέατρα που γκρεμίζει ο πόλεμος.

Και την ιστορία να επαναλαμβάνεται απαρασάλευτα, χωρίς κανένα δίδαγμα και διδαχή. Το σώμα που δόξασε η ίδια, η νεότητα, η σεξουαλικότητα κι η αγάπη, αντί να γίνουν ο πυρήνας της ανθρωπότητας, έγιναν το θέαμα και το αστείο της.

Γι’ αυτό και η Λυσιστράτη –αυτή που κατ’ όνομα σταματά τους πολέμους– παραιτείται. Εξέρχεται. Και κυκλοφορεί σαν αίσθηση ματαίωσης ανάμεσα στις οθόνες των υπολογιστών, στις εικόνες βίας και στα εγχειρίδια μισαλλοδοξίας. Ή μετατρέπεται σε ερωτήματα ενοχλητικά, που ενοχλούν κάτω από τόσα παπλώματα απάθειας.

Κι όμως στο τέλος η αίσθηση της δικής της ματαίωσης δεν ολοκληρώνεται: κάτω από το δέρμα της παραίτησης, επιμένει μια επιθυμία για έναν κόσμο, που ακόμα και αν δεν ξέρουμε το «πώς», ξέρουμε το «γιατί» πρέπει να αλλάξει.

Οι τέσσερις κοπέλες της διανομής (ένα χορικό μοίρασμα των δύο αρχικών ρόλων της Λυσιστράτης και Μυρρίνης στις Μαρίνα Μανδρή, Αντρια Ζένιου, Ελενα Καλινίκου και Μαρίνα Μακρή) μοιράζονται μια κατάσταση ψυχικής έντασης και καταναγκασμού (επιθυμίες ανεκπλήρωτες…) και ένα περιβάλλον (εικαστική επιμέλεια του Μιχάλη Παπαμιχαήλ) που η λευκότητά του παραπέμπει σε θάλαμο ψυχιατρείου.

Η Ιστορία γράφεται λοιπόν έξω από το θέατρο, στη σκηνή ενός ψυχικού θαλάμου – στο θέατρο τα λόγια μας μένουν κενά. Ο σκηνοθέτης Λούκας Βαλέβσκι έδωσε μια παράσταση που στις καλύτερες στιγμές της τροφοδότησε τους θεατές με συγκίνηση. Η μοναδική ίσως παρατήρηση αφορά εκείνες τις στιγμές όπου το κείμενο αποκτά ύφος πολιτικού μανιφέστου, γεγονός που αλλοιώνει το γονιδίωμα της όλης παράστασης και προσγειώνει την ποίησή της.

Δύο σύντομες προτάσεις, η μία από την πλευρά της κωμωδίας, η άλλη από τη μεριά του αλληγορικού δράματος. Το κυπριακό θέατρο φαίνεται ικανό να απασχολήσει την προσοχή μας και στο μέλλον. Με εκατέρωθεν προσοχή και φροντίδα.