Ο Ζαφείρης Νικήτας είναι ένα παιδί «φανατικό για γράμματα», που έμαθε να σπουδάζει (νομική, θέατρο, φιλοσοφία), να υπηρετεί την τέχνη (θεατρική σκηνοθεσία, ποίηση), να αφουγκράζεται τους παλμούς της εποχής, να παρατηρεί, να αισθάνεται.
Το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο Τα νερά του μετανάστη -είχε προηγηθεί Ο πισώπλατος ουρανός- είναι μία σύνθεση, μία σειρά από ιστορίες μεταναστών, γραμμένες με γλυκύτητα, τρυφερότητα και πίστη στα ανθρώπινα. Ενα βιβλίο παιδί της σκληρής παγκοσμιοποίησης και της έκρυθμης εποχής μας.
Ηρωές του μετανάστες ονοματισμένοι, όχι απλοί αριθμοί∙ δίνοντάς τους όνομα τους κάνει οικείους και τους προβάλλει ως ξεχωριστά υποκείμενα: η Αμάγια που «χώρισαν οι γονείς της χωρίς να το επιθυμούν / ο πατέρας της στρατιώτης […] / Κι η μητέρα της μόνη, σαν κέδρος του Λιβάνου»∙ «ο δωδεκάχρονος Σέκου που πάντα / πολεμά χαμογελαστός / γιατί φορά τη φανέλα της αγαπημένης του ομάδας / – πορτοκαλί»∙ η Σιένα που υιοθέτησε τον πεντάρφανο γιο της και «τον αγάπησε σαν να ’τανε δικός της»∙ η Φάτου που μετακινείται από τη Λιβερία στη Σιέρα Λεόνε και «στο δρόμο της επιστροφής εφοδιάζεται με καθαρό νερό»∙ «κι ακόμα η φωνή των παιδιών της θάλασσας, / ασίγαστη σαν κύμα», τριακόσιες ψυχές στο ναυάγιο του επιβατηγού Σεγιόλ∙ το όραμα του Φατίμ που δουλεύει σε εκκοκκιστήριο και «επιτρέπει στον εαυτό του την πολυτέλεια του ονείρου, / της φαντασίας»∙ τις φλογισμένες νύχτες του Ματίας, όταν συναντά τη γυναίκα του, μετά από μέρες εγκράτειας «τις νύχτες που στρατοπεδεύει»∙ και ο παππούς Γου Πινγκ και ο Σουνίλ και ο Σκίπερ και η Βάλλι που ρίχνει το κέρμα «στο συντριβάνι των ευχών, / ευχόμενη, όταν γυρίσει στην πατρίδα, / ο αγαπημένος της να την περιμένει».
Αυτά στην πρώτη ενότητα την ομότιτλη με το βιβλίο. Στη δεύτερη, που έχει τίτλο «Το μέλλον», χωρίς να λείπουν τα πρόσωπα-πρωταγωνιστές, ο Νικήτας εστιάζει περισσότερο σε θέματα κοινά και αναπόφευκτα, όπως ο έρωτας, η αγάπη, ο χρόνος, η μνήμη, η ενηλικίωση, η δουλειά, η φιλία, ο θάνατος.
Πρόκειται για ποίηση σωματική, όπου χάνονται ή μένουν πίσω τα σύνορα αλλά όχι και τα όρια, ούτε οι ανθρώπινες αντοχές. Σε όλα τα ποιήματα λειτουργούν δραστικά οι παρομοιώσεις.
Σημειώνω ενδεικτικά: «Κι όλοι αναπήδησαν / τρομαγμένοι / σαν πρωτόγονοι / που ακούνε κεραυνό», «έπειτα με μια μάσκα οξυγόνου, / [ο ορειβάτης] αναπνέει κι επανέρχεται / ανανεωμένος / σαν παιδί που γύρισε από εκδρομή».
Μια ποιητική συλλογή καμωμένη όχι μόνο με έμπνευση αλλά και «με λογισμό και μ’ όνειρο» που αφήνει πίσω το παρελθόν και σαν τον Πίλσνερ, στο ποίημα «Μέλλον», ζει το μέλλον, «αρπάζοντας με τα μυώδη του / χέρια το παρόν».
Τρία χρόνια μετά την πρώτη του συλλογή με τίτλο Α’ Παθολογική, ο Δραμινός Δημήτρης Πέτρου επανέρχεται με τα Χωματουργικά, είκοσι πέντε σφιχτοδεμένα ποιήματα για το «εδώ» και το «εκεί», τα επίγεια και τα ουράνια, τα πέρα από τον νοητικό μας ορίζοντα και αυτά που μας περιβάλλουν∙ «Αυτή την ώρα κάπου στην Ανατολή / στήνουν πάγκους με υφαντά. / Κοκκινίζει η θάλασσα των Σαργασσών. / Κι εγώ κοιτώ τη Βέροια / πίσω από το τζάμι», ή «Αλλοτε πάλι / έψαχνα να μυρίσω τη βροχή / σε μια κορυφή της Τζένα./ Την υγρή βελόνα της ομίχλης / σ’ έναν παραπόταμο του Νέστου».
Από τον στενό οικογενειακό περίγυρο και τη σκιά του θανάτου στην πρώτη του συλλογή ανοίγεται τώρα σε θέματα υπαρξιακά. Ματιά φιλοσοφική, ποίηση του βάθους αλλά και της άμεσης εμπειρίας, που έχει ή δημιουργεί ατμόσφαιρα: «Από τότε / ήσυχη βροχή ποτίζει τα περιστέρια / στην πλατεία. / Η πόλη αναπαύεται πάνω σε φιλμ / μακαριότητας / κι εγώ αποφεύγω πια / να επισκέπτομαι τα τρένα».
Πρόσωπα του μύθου και της ιστορίας μπαινοβγαίνουν στις σελίδες του, ένας ψηλός δρασκελίζει τους στίχους. Τοπίο έκτυπα αστικό, πίσω η επαρχία, το χωριό: «Υπάρχει πάντα μια ομορφιά / που δεν αναπαλαιώνεται. / Ενα λιβάδι μαργαρίτες στα υψίπεδα / και στο κέντρο ένας γάιδαρος, / να τρώει ανέμελος», διαβάζουμε στο ποίημα «Τα επαρχιακά», και από την άλλη: «Βράδυ στην πόλη»: «Απόκοσμη σιωπή. / Ακούγεται μόνο / ο ήχος των από μηχανής θεών / και οι αιφνίδιες πτώσεις». Γλώσσα απλή, ανεπιτήδευτη, με συγκαλυμμένους συναισθηματικούς κραδασμούς.
«Ολα αρχίζουν με μια άρνηση», ο πρώτος στίχος, «έχω ριζώσει στα νερά» ο τελευταίος∙ ενδιαμέσως μετακινήσεις -άλλοτε περίπατος, άλλοτε ταξίδι, άλλοτε φευγιό, άλλοτε ονειροπόληση- αλλά και ρήξεις, διαψεύσεις και προσμονές. Ο τόπος και το τοπίο σε κυρίαρχη θέση, η περιπλάνηση και η ξενάγηση προσπάθεια επαφής. Μια ζωή ρευστή που αλλάζει στόχους και σχήματα «Βάδιζα σε μια λεωφόρο / που άλλαζε συνεχώς ονόματα:/ οδός Νικάνορος, οδός Μαβίλη, / Εθνικής Επαναστάσεως – / Τι διάολο, / μια φορά ζει ο άνθρωπος / σκέφτηκα».
«Ο Φραντς Κάφκα στη Δράμα», το «Τριετές» και η «Εκθεση ιδεών», διεκδικούν υψηλό αναβαθμό στης «Ποιήσεως τη σκάλα» και ο Δημήτρης Πέτρου δίνει υποσχέσεις συνέχειας.
Εξάλλου, με τη δεύτερη αυτή συλλογή επιβεβαιώνει την πρόδρομη διαπίστωση του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου, συνεργάτη του Ανοιχτού βιβλίου, που γράφοντας για το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα έλεγε ότι ήταν «η πιο ώριμη και κατασταλαγμένη ίσως πρώτη ποιητική συλλογή που έχουμε διαβάσει εδώ και καιρό». Το ίδιο ώριμη και περισσότερο κατασταλαγμένη και η δεύτερη, θα συμπληρώναμε.
