
Βιβλία στο προσκέφαλο
Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Η πανεπιστημιακή μέριμνα, το πολιτικό βλέμμα και η λογοτεχνική ανησυχία κουρδίζονται όχι μόνο στο συγγραφικό, αλλά και στο αναγνωστικό πρόσωπο της Αντζελας Δημητρακάκη. Εξ ου και τρόποι, περιέργειες, πειθαρχίες και υπερβάσεις, και από τις τρεις αυτές περιοχές, διαθλώνται στις σελίδες, τους τίτλους, τα βιβλία και τους συγγραφείς που επιλέγει η συγγραφέας τόσο του μυθιστορήματος «Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα» (Εστία, 2009) όσο και της μελέτης «Τέχνη και παγκοσμιοποίηση» (Εστία, 2013) να διακρίνει και να τοποθετήσει κάτω από το αναγνωστικό μαξιλάρι της.

Μου είναι πολύ δύσκολο να συγκροτήσω τη σκέψη μου ως προς την εξελικτική μου σχέση με την ανάγνωση. Ισως γιατί υπήρξα αναγνώστρια από παιδί αλλά ελάχιστα αναγνώστρια «παιδικής λογοτεχνίας». Το πρώτο βιβλίο που θυμάμαι να διαβάζω ήταν μια ανθολογία ελληνικής ποίησης.
Μου την πήρε δώρο μια φίλη της μητέρας μου. Είχε γκρίζο εξώφυλλο. Στην ηλικία που το διάβασα, ίσως δέκα χρόνων, χρειάστηκε να δώσω μάχη με το περιεχόμενο. Το περιεχόμενο δεν απευθυνόταν σε μένα, αναφερόμενο σε εμπειρίες που με υπερέβαιναν – που δεν ήξερα αν θα είχα ποτέ και αν θα ήθελα να έχω.
Ηταν σαν να διαβάζω συναισθηματικά μυστικά ενός κόσμου του οποίου οι κάτοικοι δεν ήταν καθόλου ευτυχείς.
Σήμερα ασφαλώς βλέπω ότι ως προετοιμασία για το μέλλον η γκρίζα ποιητική συλλογή υπήρξε ανυπέρβλητη.
Την ίδια εποχή, στο πέρασμα στην εφηβεία, διάβαζα πράγματα που εκ των υστέρων μπορώ να περιγράψω κυρίως ως διαφορετικά μεταξύ τους.
Η διαφορά του ενός βιβλίου απ’ το άλλο -βιβλία τα οποία διάβαζα παράλληλα- ήταν το χαρακτηριστικό στοιχείο της αναγνωστικής μου εμπειρίας. Για παράδειγμα, διάβαζα το Οσα Παίρνει ο Ανεμος παράλληλα με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο και το Καλημέρα Θλίψη της Φρανσουάζ Σαγκάν. Ή έστω έχω την εντύπωση ότι τα διάβαζα παράλληλα.
Κι αν κρίνω από τις τωρινές μου συνήθειες, είναι πολύ πιθανόν. Διαβάζω πάντα παράλληλα, έχοντας όχι μόνο τουλάχιστον τρία βιβλία δίπλα στο κάθε κρεβάτι μου (ζω «μεταξύ» πόλεων) αλλά και συνήθως τρία βιβλία στην τσάντα ταξιδεύοντας.
Η διαφορά είναι ότι στην εφηβεία μου διάβαζα στην τύχη. Ανοιγα ένα βιβλίο της βιβλιοθήκης και διάβαζα την πρώτη παράγραφο κι αυτό έκρινε το αν θα συνέχιζα ή όχι. Οταν διάβασα όλα τα βιβλία στο σπίτι, άρχισα να κάνω το τεστ της παραγράφου στα βιβλιοπωλεία. Το πρώτο που αγόρασα με αυτή τη μέθοδο ήταν το Εκατό Χρόνια Μοναξιά.
Ακολούθησε η περίοδος Λατινική Αμερική, μάλλον επιφανειακά, με τα γνωστά σε όλους ονόματα. Πέρασα σε άλλη περίοδο όταν ένιωσα τη χαρά της ανάγνωσης στο πρωτότυπο και η γλώσσα στην οποία μπορούσα να το κάνω αυτό ήταν, προβλέψιμα, η αγγλική.
Εκεί πια έγινα δέσμια αυτού που αποκαλώ σύγχρονη λογοτεχνία με την αυστηρή έννοια του όρου: τη λογοτεχνία που προσπαθεί να αποδώσει τη σχέση με τον κόσμο που ζω. «Απέρριψα», αν μπορώ να το θέσω έτσι, την έννοια του «κλασικού» για κάποιο καιρό.
Με ενδιέφεραν μόνο συγγραφείς για τους οποίους δεν είχα ακούσει, όπως ο James Robert Baker του Tim and Pete (1993). Η περίοδος ολοκληρώθηκε το 2000 με το πρώτο μυθιστόρημα του Αμερικανού Mark Danielewski, House of Leaves.
Από το 2000 άρχισα την καθυστερημένη μου επαφή με την ελληνική λογοτεχνία, πέρα από τη Μαργαρίτα Καραπάνου και τη Μάρω Δούκα και την ποίηση της Γώγου και τον Βακαλόπουλο, η δουλειά των οποίων είναι κάτι σαν στρώμα όπου βάζω το μυαλό μου να ξαπλώνει συχνά. Ντρέπομαι να πω -αλλά το λέω- ότι διάβασα Το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου πρόπερσι.
Κρατάω το θετικό, το ότι η σχέση μου με την ελληνική λογοτεχνία συνεχίζεται, κάτι που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις Μάνια και Εύα Καραϊτίδη της Εστίας, οι οποίες με έκαναν να αποκτήσω συνείδηση της απώλειας. Διαβάζοντας την Αργώ του Θεοτοκά, επίσης πρόσφατα, θρήνησα.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 άρχισα ωστόσο να διαβάζω αυτό που αποκαλούμε «θεωρία» και δεν είμαι σίγουρη τι θα μπορούσα να πρωτοαναφέρω. Η πρώτη χρονιά του διδακτορικού μου, το 1995, ήταν απολαυστική γιατί δεν έκανα σχεδόν τίποτε άλλο – Αλτουσέρ, Πουλαντζάς, Lise Vogel, γαλλικός φεμινισμός, Fredric Jameson, άπειρη θεωρία της τέχνης, ιταλικός μαρξισμός, ιταλικός φεμινισμός.
Κριτικός ρεαλισμός. Φιλοσοφία της γλώσσας. Μπρεχτ, Λούκατς, Αντόρνο, Μπένγιαμιν, και από επιστήμονες Lewontin αρχικά και Ντελέζ αργότερα, λιγότερο. Και μέσα σ’ όλα, οι Ρώσοι, τόσο οι θεωρητικοί όσο και οι λογοτέχνες. Και μετά η Ανατολική Ευρώπη, γενικότερα, που για μένα είναι το κλειδί του ευρωπαϊκού ψυχισμού και όχι η αντίθεσή του.
Ο Stanisław Ignacy Witkiewicz και ο Bruno Schulz από την Πολωνία, μεταξύ πολλών άλλων.
Πλέον θα έλεγα ότι έχω μια αναρχική ή ίσως και χαοτική προσέγγιση. Διαβάζω αρκετά θέατρο (στο οποίο πηγαίνω πολύ λιγότερο), αγόρασα μέχρι και το Pere Ubu πρόσφατα μαζί με τρία μικρά έργα του Μπέκετ. Διαβάζω αδημοσίευτα θεατρικά, τα ζητάω αν γνωρίζω τον συγγραφέα γιατί δεν μπορώ να τα βρω αλλιώς. Η βιογραφία-αποκάλυψη ήταν για μένα το Like a fiery elephant, όπου ο Τζόναθαν Κόου με οδήγησε στον εξαιρετικά πειραματικό B. S. Johnson.
Αν ωστόσο θα έπρεπε να διαλέξω δύο συγγραφείς που θα έπαιρνα από τις φλεγόμενες βιβλιοθήκες μου (έχω τέσσερις, λόγω τρόπου ζωής, που ευελπιστώ να ενώσω κάποτε), θα ανέφερα την Ντόρις Λέσινγκ και τον Τζ. Μ. Κούτσι. Για τη Λέσινγκ θα έλεγα ότι έτυχε (δεν έτυχε ακριβώς) να διαβάσω την Καλή Τρομοκράτισσα και το Χρυσό Σημειωματάριο σε δύο διαφορετικές εποχές της ζωής μου, όταν έπρεπε.
Μετά το Χρυσό Σημειωματάριο πήγα σ’ ένα βιβλιοπωλείο με βιβλία από δεύτερο χέρι κι αγόρασα τα πάντα, βιβλία δύσκολα, όπως το Briefing for a descent into hell (1971). Και δεν ξέρω πόσες φορές έχω επιστρέψει ειδικά στο Ελίζαμπεθ Κοστέλο του Κούτσι.
Το οποίο ξαναδιάβαζα πρόσφατα, την τελευταία σκηνή, μαζί με το Red Rosa, την εικονογραφημένη βιογραφία της Ρόζα Λούξεμπουργκ από την Kate Evans, για την οποία έκανα ότι ήμουν άρρωστη μια μέρα και δεν πήγα στη δουλειά. Θα αρχίσω να το κάνω συχνότερα αυτό, νομίζω.
*Τελευταίο βιβλίο της Α. Δημητρακάκη είναι το μυθιστόρημα «Αεροπλάστ» (Εστία, 2015)
