Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το «Ανοιχτό βιβλίο», για τέταρτη συνεχή χρονιά, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα καλοκαιρινά διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).

Μ’ άλλα λόγια, δώδεκα μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως πολιτικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά – διηγήματα που θα μας συντροφεύσουν όλο το καλοκαίρι.

Μετά τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη, τον Κώστα Κατσουλάρη και την Κάλλια Παπαδάκη συνεχίζει η Ελένη Γιαννακάκη.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Ψηλά, στη μόλις ανοιγμένη πόρτα του αεροπλάνου, ξανά, ένα καλοκαίρι ακόμη, μια ακόμη επιστροφή, και το χαμάμ να με παίρνει απ’ τα μούτρα μαζί με την τόσο οικεία πια μυρωδιά της κηροζίνης.

Ενα όρθιο παραλληλόγραμμο χρυσαφί, εκτυφλωτικό, σαν καρτ ποστάλ, στο κάτω της μισό το φαρδύ λεωφορείο αραχτό, μια λωρίδα γαλάζιας διαφάνειας στην επάνω μεριά και ενδιάμεσα λοφίσκοι κιτρινωποί που γέρνουν προς το κόκκινο με κάτι ξεραμένους καφετί θάμνους.

Οι τουρίστες, μισόγυμνοι ήδη, ανεβαίνουν με ανάλαφρα πηδηματάκια ρίχνοντας ξαφνιασμένες ματιές γύρω τους – το πρώτο τους βήμα στον παραμυθένιο παράδεισο, σκέφτονται, φαντάζομαι εγώ, εγώ απ’ τη μεριά των προνομιούχων πολιτών αυτής της χώρας της πανέμορφης, που όλοι οι άλλοι, οι ξένοι, πληρώνουν όσο όσο για να δρέψουν για λίγες μέρες τα κάλλη της.

Πάντα έχει σημασία πώς τη βλέπεις την κάθε στιγμή. Μέσα από ποιο mindset που λένε οι Αγγλοι, μέσα από ποιο πλαίσιο, ποιο πρίσμα, ποια οπτική γωνία, όλα είναι θέμα γεωμετρίας, θέμα προοπτικής τελικά. Και το καλοκαίρι επίσης.

Το καλοκαίρι το ελληνικό, το καλοκαίρι όπως μας το δείξανε οι άλλοι κατά καιρούς για τους δικούς τους λόγους κάθε φορά, αυτοί που το σκεφτήκανε πριν από μας για μας και μεις πρόθυμα και ανίδεα σπεύσαμε να υλοποιήσουμε την κάθε τους φαντασίωση και να την κάνουμε δική μας -με τις ιλουστρασιόν εικόνες τους φορτωμένες στις αποσκευές μας ξεκινάμε κάθε χρόνο τις καλοκαιρινές μας διακοπές-, δικαίωμα κατοχυρωμένο πια τα τελευταία τριάντα με σαράντα χρόνια – όπως το αντηλιακό, ας πούμε, και τα γυαλιά ηλίου και φυσικά το απαραίτητο μυθιστόρημα για την παραλία.

Οι ξένοι άλλωστε πάντα διαβάζουν πιο πολύ από μας.

Κι όμως, θα το ’θελα κατά βάθος, έτσι καθώς λικνίζομαι μαλακά απ’ τη χειρολαβή, δίπλα σε σώματα ασπρουλιάρικα που μέχρι αύριο θα ’χουνε γίνει κρεμεζί, να μπορούσα λέει να ξανάμπαινα εύκολα κι απενοχοποιημένα σ’ αυτήν την καλοκαιρινή φενάκη.

Στον καιρό της μυθιστορηματικής αθωότητας ή κάτι τέτοιο, πολλά χρόνια πριν, αρχές του ’80 φέρ’ ειπείν.

Οταν το καλοκαίρι μου ήταν ακόμη φιλτραρισμένο μέσα από πυκνογραμμένες σελίδες για φλογερούς έρωτες που οπωσδήποτε ανάβουν μέσα στον ανελέητο καύσωνα που όλα τα λιώνει κι όλα τα συγχωρεί, που δικαιολογεί και εξηγεί ώς και εγκλήματα ακόμη κάθε είδους, λένε, για να σβήσουνε άδοξα κι αθόρυβα με τις πρώτες ψύχρες του φθινοπώρου.

Προχωρημένο σούρουπο με άπνοια κι είχαμε πει, τέσσερις-πέντε από μας, να πιάσουμε μια παραλία για λίγη δροσιά.

Είχε φεγγάρι θυμάμαι, ή μπορεί απλώς να μου ταιριάζει καλύτερα να βάλω κι ένα φεγγάρι στο ταμπλό έστω και λειψό. Δυο φεγγάρια τον Αύγουστο, δε λένε;

Μια φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη πριν πεταχτώ ευκίνητη έξω απ’ το σαραβαλάκι, άκρως ικανοποιητική, ή cool όπως άρχισα να λέω κι εγώ πολύ αργότερα, μα η θάλασσα αργοκίνητη, παχύρρευστη, λάδι σωστό, μόλις που ακουγόταν πότε πότε λίγο πιο κει, απλώς να μας θυμίζει πού βρισκόμαστε, πριν φυσικά η μουσική ανέβει στη διαπασών και το μπουκάλι να κατέβει στα μισά, γύρο από στόμα σε στόμα, ουίσκι περιέργως τότε, θυμάμαι, κι αυτό το θυμάμαι καλά, κι ούτε μπορώ να φανταστώ πως σήμερα θα ’πιναν ουίσκι σε beach party τα νέα παιδιά -τότε όμως ήτανε η εποχή της αρχόμενης ελληνικής ευμάρειας που γνώρισε τον κολοφώνα της με την περίφημη πια αστακομακαρονάδα- κι η ζέστη πιο αφόρητη από ποτέ, που σου ’ρχότανε να βγάλεις τα ρούχα σου και τσίτσιδη να την πέσεις στο νερό.

Δεν τα βγάλαμε κι ούτε θυμάμαι τον λόγο, ποτέ δεν ήμουνα άλλωστε φανατική του μπάνιου του νυχτερινού.

Μόνο τα πόδια μας πλατσούριζαν στην άκρη κάπου, στον τόνο της μουσικής και της φλέβας στον κρόταφο, κατακούτελα μας βάραγε το αλκοόλ ρυθμικά κι ο παλμός της καρδιάς μας, η ίδια η ζωή μάς βάραγε στον σταυρό και το ξέραμε, η επίγνωση της ζωής και του νεανικού δέρματος ηλιοκαμένου και της καλής μας τύχης και του λάιφ στάιλ που μόλις ανακαλύπταμε, ελεύθεροι κι ωραίοι και υγιείς με το μέλλον μπροστά μας, προνομιούχοι γενικά και άρτι Ευρωπαίοι, η αυτοεικόνα μας στα ύψη εκείνο το βράδυ που κανένας φακός επαγγελματικός ή μη δεν θα μπορούσε να συλλάβει και οι κεραίες στον αέρα ντούρες για σήματα και κύματα ηλεκτρομαγνητικά αόρατα για τους πολλούς, διακριτικά κι ανεπαίσθητα, τυχαία σώνει και καλά αγγίγματα στον ώμο ας πούμε, που πιο πολύ τα φανταζόμασταν παρά που πραγματικά τα νιώθαμε, που τα φαντάστηκα δηλαδή, εγώ που πάντα τις πρόσεχα αυτού του είδους τις κακοτοπιές και τις παρατυπίες, στον στρόβιλο του μυαλού αφημένη και του σώματος, του πρώτου κυρίως, χωρίς δεύτερη σκέψη κι ίχνος ενοχής για τη φίλη μου, αν κι όχι κολλητή ευτυχώς, το καλοκαίρι και τα νιάτα μού δίνανε κάθε δικαίωμα στον κόσμο, σκεφτόμουνα, ή μάλλον δεν χρειαζότανε καν να το σκεφθώ, ήτανε εκεί σαν ένστικτο, υποσυνείδητα, κάτι σαν τον αυτόματο πιλότο που με πήγαινε τυφλά, την άλλη μέρα θα ‘φευγα για έξω στο κάτω κάτω, στην Ευρώπη, έξω για πρώτη μου φορά.

Κι αυτό ήτανε. Τίποτα περισσότερο, τίποτα πιο καυτό, πιο ερεθιστικό, προς μεγάλη απογοήτευση όσων θα περίμεναν γνήσιο καλοκαιρινό αφήγημα φουλ στις περιγραφές παράφορης ερωτικής παρανομίας.

Ή μάλλον, ναι, κάτι ακόμη, τώρα θυμάμαι: ένα φιλί στα πεταχτά, κρυφά, πριν στριμωχτούμε κι οι δυο μας, τελευταίοι, στ’ αυτοκίνητο ξανά δίπλα στους άλλους, κολλητά δίπλα στη φίλη μου στο πίσω κάθισμα εγώ.

Ενα γρήγορο φιλί στο στόμα που ήτανε κάπως σαν μια άρρητη υπόσχεση, αλλά με την ασφάλεια της γνώσης πως θ’ αργούσε πολύ να πραγματοποιηθεί ό,τι κι αν ήτανε αυτό, αν έμελλε ποτέ.

Και μετά οι μέρες και οι μήνες μου στοιβάζονταν μπουλούκι ο ένας ασφυκτικά δίπλα στον επόμενο σαν φορτωμένοι με τόνους από Raymond Williams αλλά και ιψενικά τρίγωνα και libidos φροϊδικές, με πολύ χιόνι, πρωτοφανές, 8 Δεκέμβρη, θυμάμαι, τόσο νωρίς πώς έγινε; είπανε όλοι εκείνη τη χρονιά, που κράτησε όμως τόσο πολύ στρωμένο, πάνω από μήνα, και μόνο μία φωτογραφία είχε φτάσει μετά από καιρό τραβηγμένη απ’ τον νεαρό, μ’ εμάς όλους μαζί καθισμένους μια ωραία ατμόσφαιρα στην άμμο, που την κοίταζα για μέρες στη σειρά απελπισμένα να θυμηθώ την κάθε λεπτομέρεια περπατώντας στα χιονισμένα παρτέρια της Sidney Street, με μια στάση έξω απ’ τον περίβολο του Οσίου Λουκά συνήθως για να θαυμάσω τα δέντρα που λυγίζανε βαρυφορτωμένα, κατάλευκα, και για μένα τότε τόσο εξωτικά, μέχρι που κάπου την έχωσα και την ξέχασα.

Πίσω, Χριστούγεννα και σ’ ένα μπαρ μ’ άλλη παρέα, ψιλοάσχετη εγώ, κι ο τύπος απ’ την απέναντι πλευρά με μια καινούργια συνοδό.

Ουφ, ευτυχώς!, ανάσανα. Ενα χαμόγελο όλο έκπληξη, φιλί σταυρωτά, πώς πάει; τι κάνεις; πώς περνάς; και μετά κι οι δυο πίσω στα δικά μας, στις παρέες και στα ποτήρια μας, κι όλο και προσπαθούσα κοιτάζοντας το άπειρο στα κενά της κουβέντας να την ξανασυνθέσω αυτήν την κάπου ξεχασμένη καρτ ποστάλ, αυτή μας τη φωτογραφία, φωτισμένη με το κατάλληλο φλας, επαγγελματικό, απ’ τη σωστή γωνία, σαν όλες τις άλλες που κρέμονται στα stands προκλητικά για τους τουρίστες, για να σταλούν και να αποδείχνουν στους άλλους εκεί έξω, τους άτυχους συγγενείς τους και φίλους, πως ο παράδεισος, το αληθινό παραμύθι της ζωής είναι εδώ στα νότια, μα λίγα κατάφερα τότε, ελάχιστα, ειδικά σαν η κουβέντα γύρισε πάλι στη ζωή μου εκεί, πρώτη φορά, και στο χιόνι που σύντομα θα ξανάβρισκα και σ’ όλα τα υπόλοιπα τα μεγάλα, πολύ λιγότερα απ’ ό,τι τώρα, για φαντάσου!, λίγο πιο πριν, θαρρείς με το απότομο τράνταγμα του λεωφορείου που κάπως βρήκε το σκαλί στην αποβάθρα.

Τώρα, που δεν έχω τεντωμένο δέρμα άλλο πια.

■ Τελευταίο βιβλίο της Ελ. Γιαννακάκη είναι το μυθιστόρημα «Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο» (Εκδόσεις Πατάκη, 2016)