Ο Ανδρέας Αντωνιάδης, γνωστός άνθρωπος της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, ως σκηνοθέτης και διευθυντής προγραμμάτων στα κρατικά κανάλια της Ελλάδος και της Κύπρου από όπου ξεκίνησε, έχει ασχοληθεί επιτυχώς και με τον γραπτό λόγο. Διηγήματα, ποιήματα, θεατρικά, η παραγωγή του. Κάποια έχουν αποσπάσει κρατικά βραβεία στη γενέτειρα.
Εκτός έδρας τιτλοφορείται το καινούργιο του βιβλίο. Η φράση, εκτός άλλων, αναφέρεται κυρίως στην υπαλληλική ζωή ή στον αθλητισμό και παραπέμπει από τη μια σε εξτρά αμοιβές και σε ελευθερία κινήσεων έξω από την οριοθετημένη επαγγελματική ή οικογενειακή ζωή και από την άλλη υποκρύπτει κινδύνους και απειλή, εφόσον τα άτομα ή οι ομάδες κινούνται σε «ξένο γήπεδο» και η άγνοια δεν είναι καλός σύμβουλος.
Το βιβλίο του Αντωνιάδη ασχολείται με τη ζωή του σκηνοθέτη στην κρατική τηλεόραση Τίτου Στυλιανίδη. Πρόκειται για έναν ενδιαφέροντα, γοητευτικό πενηνταπεντάρη, που έχει ζήσει έντονη ζωή. «Μανιακός με την ακρίβεια του χρόνου και τον προγραμματισμό», έχει ανθρώπους που του είναι αφοσιωμένοι.
Ξέρει να εμπνέει, να νουθετεί, να συντονίζει, να επαινεί τη δουλειά των συνεργατών του. Ο ίδιος βέβαια, σε ώρες μεθυσιού, πίκρας ή αυτογνωσίας, άλλα σχόλια κάνει για τον εαυτό του. Στο τέλος αποδεικνύεται ότι ξέρει να υποχωρεί, να αναλαμβάνει ευθύνες και να θυσιάζεται.
Εκτός από τον Στυλιανίδη, πρωταγωνιστικό ρόλο με την παρουσία ή την απουσία της παίζει και η αλλοδαπή Λυδία, μεγάλος έρωτας του σκηνοθέτη που τη βρίσκει τυχαία, την ερωτεύεται, τη χάνει και αρχίζει έναν απεγνωσμένο αγώνα για να την ξαναβρεί.
Η επανεμφάνιση της Λυδίας, που θα οδηγήσει την ιστορία στην έξοδο, όχι όμως και στη λύτρωση, διαρκώς αναβάλλεται.
Πόλεις όπου κινείται ο ήρωας του Αντωνιάδη και οι συνεργάτες του είναι η Αθήνα, τα Γρεβενά, ο Πύργος, το Αγρίνιο, η Ρόδος, εκεί στο τέλος του 20ού αιώνα και στο ξεκίνημα του 21ου, εποχή ευμάρειας, προετοιμασίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, με ασύστολες σπατάλες και μεγάλα όνειρα. Ο Στυλιανίδης είναι από τους ευνοούμενους του συστήματος.
Εχει τελειώσει μια φιλόδοξη ταινία με τίτλο Τα δύο άκρα της πόλης και τον καλούν παντού να οργανώσει φεστιβάλ, να δει παραστάσεις, να ετοιμάσει ντοκιμαντέρ, να συνεργαστεί με δήμους και ΔΗΠΕΘΕ.
Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το βιβλίο του, που επιμερίζεται σε τέσσερα επεισόδια σαν κινηματογραφικές σεκάνς, νουάρ μυθιστόρημα.
Νυχτερινή ζωή, χαμηλοί φωτισμοί, μέρες βροχής, μεγάλοι έρωτες, άνθρωποι που πίνουν ασύστολα, καπνίζουν και ερωτεύονται, γυναίκες εισαγόμενες, εύκολες, πληρωμένοι μπράβοι, προδοσίες, μαχαιρώματα, καβγάδες, ακόμη και φόνοι, ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ που φαίνεται να σκοτώνεται σε ατύχημα, επιβεβαιώνουν με γρήγορες εναλλαγές την ειδολογική του ένταξη.
Κινηματογραφική δομή, κίνηση γρήγορη, ταχεία εναλλαγή στην αφήγηση, φυσικοί διάλογοι, τα χαρακτηριστικά του. Ο Αντωνιάδης κατέχει την τέχνη να υπολογίζει το φως, τις γωνίες λήψης και την ατμόσφαιρα των πλάνων.
Επιλέγει για να εκφραστεί λογοτεχνικά τα σταθερά νερά της γνώσης, του βιωμένου, διατηρώντας όμως σεβαστή απόσταση από τα αφηγούμενα, απόσταση που πείθει ότι ξέρει να είναι παρατηρητής της ζωής των άλλων.
Ενσωματώνει στην αφήγηση συγγραφείς, τίτλους βιβλίων, τσιτάτα άλλων, κινηματογραφικές ταινίες ή σκηνές γνωστών ταινιών, υποδεικνύοντας έτσι στον αναγνώστη τις οφειλές του ή το κλίμα μέσα στο οποίο ανδρώθηκε και ωρίμασε ο ίδιος. Στο βάθος της απλής αφήγησης ο τραγικός χαρακτήρας της ζωής.
Η Γιούλη Βολανάκη είναι δημοσιογράφος που κινείται και στον χώρο του βιβλίου ως επιμελήτρια και διορθώτρια. Στη λογοτεχνία έχει πρωτοεμφανιστεί με ποιήματα.
Το βιβλίο με τον ειρωνικά διασπασμένο τίτλο Το ταξίδι του Αλ του Χημιστή είναι η πρώτη πεζογραφική της κατάθεση. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο βιογραφικό ή και αυτοβιογραφικό συμπίλημα με εμφανή στοιχεία προσωπικής ζωής όπου η συγγραφέας ενσωματώνει στην αφήγηση ξένα κείμενα σε μια προσπάθεια οικείωσης και αποδοχής.
Χρησιμοποιούμε τη λέξη αλχημεία, η οποία στο βάθος υποκρύπτει πονηριά και τάση εξαπάτησης, στην περίπτωση που κάποιος συνδυάζει ετερόκλητα στοιχεία με τρόπο ανορθόδοξο για να πετύχει συγκεκριμένο επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην περίπτωση της Βολανάκη, δεν υπάρχει καμία πρόθεση εξαπάτησης, εφόσον οι πρώτες ύλες και η ταυτότητα των ένθετων υλικών παρατίθενται.
Πιστεύω ότι με το ταξίδι του Αλ του Χημιστή –ο νους παίζοντας δεν μπορεί να μην ξεστρατίσει στον Αλ Καπόνε– η συγγραφέας οριοθετεί τη δική της πορεία στον χρόνο μέσα από την αναγνωστική περιπέτεια. Ανιχνεύει στην πνευματική αλληλεγγύη των εποχών το ελιξήριο της νεότητας που καταργεί τον θάνατο.
Η φιλοσοφική λίθος που θα μπορούσε να μεταστοιχειώσει τα ευτελή υλικά σε χρυσό είναι εδώ τα κείμενα κοινού πλούτου, όπως τα δημοτικά τραγούδια ή εκείνα των σπουδαίων συγγραφέων με τους οποίους διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας∙ αυτά εμβολίζει με ευδιάκριτο τρόπο στον δικό της αφηγηματικό ιστό.
Στις τέσσερις ενότητες του βιβλίου διαβάζουμε: «Με φωνή εφηβική», «Πλέκοντας τη φωνή μου με άλλες», «Με τη φωνή άλλων», «Υφαίνοντας φωνές στον αέρα», να λοιπόν και οι τρόποι με τους οποίους μπορούμε να συνυπάρξουμε, δηλαδή να υπάρξουμε με τους άλλους και μέσα από αυτούς.
Οι γονείς, η μοίρα, ο τόπος, ο χρόνος, η μνήμη, η ενοχή, το ταξίδι, η φυγή, οι επιλογές, οι άνθρωποι της ζωής μας, τα πράγματα που μας απασχόλησαν, τα παιδιά που κάναμε ή που δεν μας προέκυψαν, εκείνα που προσπαθήσαμε να οργανώσουμε σε μια ουτοπική συμβιωτική ζωή, ο θυμός, οι γενιές που αλληλοαναιρούνται, η προαιώνια μοίρα των γυναικών, η ζωή∙ αυτά τα θέματα και το θέμα της.
Λόγος διασπασμένος και αποσπασματικός που θέλει από το άθροισμα να συγκροτήσει σύνολο, κάτι που εν πολλοίς καταφέρνει μέσα από τη ματιά του αφηγητή της.
