Λίγο πριν μετακινηθούμε για το νησί μας, δεν μας ενοχλεί ότι ενδέχεται να έλθει ο «οπωρινός Βορέης», εφόσον στον Ομηρο πρόκειται για το καλοκαιρινό «μελτέμι» που μας ωθεί να γευτούμε τα πρώιμα σύκα στο Συκαμίνι. Ηδη, γι’ αυτό το θέμα, μας είχε προετοιμάσει ο Μ. Κ. Χατζηγιακουμής (Ομήρου Οδύσσεια. Δοκιμές μετάφρασης, 2007:72).
Τώρα κρατούμε στα χέρια μας το ογκώδες έργο του Χατζηγιακουμή: Ομήρου Οδύσσεια. Εισαγωγή – κείμενο – μετάφραση – σχόλια (2015, σ. 829) και ως προς τον στίχο ε 325 («ως ο δ’ ότ’ οπωρινός Βορέης φορέησιν ακάνθας»: «Και όπως, όταν ο δυνατός Βοριάς στριφογυρίζει αγκάθια») τον συνοδεύει με έναν εξαιρετικά πειστικό υπομνηματισμό (σ. 801), όπως άλλωστε συμβαίνει σε άλλα πολλά σημεία του ομηρικού έργου.
Συνεχίζω με την ίδια μετάφραση. Ως προς την Καλυψώ: «ιστόν εποιχομένη χρυσείη κερκίδ’ ύφαινε» (ε 62), δηλαδή: «ύφαινε στον αργαλειό, πήγαινε-έλα, με τη χρυσή σαΐτα». Πώς η Πηνελόπη εξαπατούσε τους μνηστήρες;
Με την υπόσχεση ότι θα παντρευτεί έναν απ’ αυτούς όταν θα ολοκληρώσει το επιτάφιο ένδυμα για τον γέροντα Λαέρτη, διαλύοντας όμως τη νύχτα ό,τι ύφαινε κατά την ημέρα. Τι γράφει ο Ομηρος για τον ιστό / αργαλειό της; Ξανά με την Οδύσσεια (β 87-110) στο χέρι για τα «έξυπνα τεχνάσματα», με «υφαντό λεπτό κι υπέρμετρο…».
Συχνά, η Πηνελόπη ταυτίζεται με την Κλειώ, όταν «πλέκει και ξεπλέκει το κείμενο του παρελθόντος». Και τι γίνεται όταν ακολουθούμε τον Κίρκεγκααρντ: αν «δεν ξέρω να υφαίνω, θα μπορώ τουλάχιστον να κόψω το νήμα»; Η Οδύσσεια σε κάθε περίπτωση μπορεί να μας ωθεί στη διαπίστωση ότι και η ιστοριογραφία έχει τη δική της ιστορία που δεν γνωρίζει «τέλος».
Και από το «τηλεσκόπιο» στο «μικροσκόπιο»; Αναμφίβολα, σε ένα τέτοιο ερευνητικό εγχείρημα που εδώ και κάποιες δεκαετίες γνώρισε μια νέα αίγλη, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και τα εξής:
- α) Η διάκριση σε «εκ των κάτω» και «εκ των άνω» διεργασίες να μην ολισθαίνει σε μια ανιστόρητη διχοτομία, όπως κάποτε την ωθούν εκβιαστικά θιασώτες της «history from below».
- β) η ευκταία είσοδος της «καθημερινότητας» στην «επίσημη» ιστορία να μην υπονοεί την αναζωογόνηση μιας ψυχαναλυτικής ή βιολογίζουσας «Psychohistory».
- γ) Ο μικρόκοσμος των συγκεκριμένων υποκειμένων να αντιμετωπίζεται και αυτός ως ένας «μικρός», έστω, κοινωνικός κόσμος που υπακούει όμως σε διακριβώσιμες συντεταγμένες.
- δ) Η ισοσθενής παράκαμψη της «συμβαντολογικής» ιστορίας και της «ιστορίας χωρίς πρόσωπα» να συνιστά δυνατότητα για αμοιβαία άρση του «ψυχολογισμού» και του «κοινωνιολογισμού», όποιο κι αν είναι το ερευνώμενο πεδίο.
- ε) Η πρόβλεψη να μην τεθεί η κοινωνία ως «αφαίρεση απέναντι στο άτομο» να συνάπτεται με την αξίωση να αντικαθίσταται η «χαοτική παράσταση του όλου» από την «πλούσια σε καθορισμούς και σχέσεις ολότητα».
- στ) Σε κάθε περίπτωση το «συγκεκριμένο», όποια κι αν εμφανίζονται τα όριά του, «είναι συγκεκριμένο, γιατί αποτελεί τη σύναψη πολλών καθορισμών».
- ζ) Ο,τι κι αν οριοθετηθεί ως «μέρος» ή «μικρό» να συντάσσει την αυτοτέλειά του στους κόλπους των δακτυλίων του «όλου», με διαύλους διπλής επικοινωνίας και όχι με μονόδρομους από τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.
- η) Η όποια «μικροϊστορία» δεν έχει μόνο να αντιπαρέλθει το -υπαρκτό ή όχι- φόβητρο των «μεγάλων αφηγήσεων», αλλά και τον εγγενή κίνδυνο εγκλεισμού και αυτοπεριχαράκωσης στο «μέρος».
- θ) Η ιστορικοκριτική ανασυγκρότηση του «μέρους» θα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται από τον φολκλορισμό των μεθοδεύσεων του «πολιτικώς ορθού» που εισήχθη, εδώ και αρκετές δεκαετίες, ως «απορρυθμιστική» πρακτική στη διεξαγωγή της έρευνας.
- ι) Συμπερασματικά, στο «ιστοριογραφικό τοπίο» της εποχής μας, όπως κι αν το ανασυνθέσουμε, το μικροσκόπιο δεν έχει καταργήσει το τηλεσκόπιο.
Τι διάβαζε ο Μαρξ, από τον οποίο αντλώ ορισμένα παραθέματα που προηγήθηκαν, στις κόρες του κατά τις ατέλειωτες νύχτες του Λονδίνου; Ανέπλαθε την Οδύσσεια και τον Δον Κιχώτη: «Βάλε στο στόμα μου ιστορίες, Μούσα» – «ingenioso hidalgo» κοντά μας…
Και όπως υπογραμμίζει ο Χατζηγιακουμής, ως προς το πρώτο κείμενο, πρόκειται για «προφορικό ποιητικό κόσμο» που συναρτάται με «μια σπάνια αφηγηματική τέχνη». Τούτο άλλωστε αποθηκεύει η λογοτεχνική του μετάφραση που δεν «λογοτεχνίζει», αν και σου επιτρέπει να «ταυτίζεσαι με τον ποιητή την ώρα που δημιουργεί»…
*oμότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Παν/μιο Ιωαννίνων
