Μια πνευμονία από το 2011 μπορεί να μην εμπόδισε τον Γιανίκ Ανιέλ να κατακτήσει δύο χρυσά μετάλλια στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου, όμως ακόμη και σήμερα τον ταλαιπωρεί τόσο πολύ, που τον αναγκάζει να αποσυρθεί από τις πισίνες.
Ο Γάλλος κολυμβητής απέτυχε να προκριθεί στα ημιτελικά των 200 μέτρων ελεύθερο, γεγονός που χαρακτηρίστηκε από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στη διοργάνωση. Θα έχει μία ακόμη ευκαιρία στα 4χ200 και… αυτό ήταν.
«Εκανα ό,τι μπορούσα, έδωσα τα πάντα, αλλά αυτή θα είναι η τελευταία διοργάνωση στην καριέρα μου» τόνισε χθες ο μόλις 24χρονος πρωταθλητής! Πρόσθεσε μάλιστα πως «αποκλείεται να ξαναπεράσω αυτά που έζησα τα τέσσερα τελευταία χρόνια μέχρι τους Αγώνες στο Τόκιο. Αν συμβεί πάλι αυτό, θα με βρείτε… τάβλα». Τι εννοεί ο Ανιέλ;
Η πνευμονία που έπαθε προ πενταετίας έχει εξελιχθεί σε χρόνιο πρόβλημα, καθώς του προκαλεί συχνά λοιμώξεις. Γι’ αυτόν τον λόγο έχασε την ευκαιρία να συμμετάσχει στο περσινό Παγκόσμιο κολύμβησης, λέγοντας τότε πως «δεν θέλω να ρισκάρω την παρουσία μου στο Ρίο».
Στη Βραζιλία βρέθηκε, αλλά η ελλιπής προετοιμασία του δεν του επέτρεψε να διακριθεί. Κι όλα αυτά ενώ έκανε διπλή προσπάθεια. Κάθε φορά που αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας έχανε πολύτιμο έδαφος, που προσπαθούσε να το καλύψει με έξτρα προπόνηση. Δυστυχώς, ο κόπος του δεν ανταμείφθηκε.
«Ελληνικό» μετάλλιο
Μια ματιά στα αποτελέσματα της ξιφασκίας σε «κολλάει». Ασημένιο μετάλλιο στο ξίφος ασκήσεως πήρε ο Αλεξάντερ Μασιάλας. Και λες, όπα, αυτός πρέπει να είναι Ελληνας. Και είναι! Ο Αλέξανδρος Μασιάλας μπορεί να μην ξέρει ελληνικά, μιας και γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από 22 χρόνια, όμως ο πατέρας του Γρηγόρης δεν έχει κόψει τις ρίζες του με τη χώρα μας. Γεννήθηκε το 1956 στο Ηράκλειο Κρήτης και μετακόμισε αργότερα στην Αμερική.
Ασχολήθηκε με την ξιφασκία και συμμετείχε στους Ολυμπιακούς του 1984 και του 1988. Δεν μπόρεσε ποτέ να πάρει μετάλλιο, όμως κατάφερε να καθοδηγήσει τον γιο του, Αλέξανδρο! Ο πατέρας είναι προπονητής όλης της αμερικανικής ομάδας, κατά συνέπεια και του Αλεξ, ο οποίος ήρθε δεύτερος και έχασε τη μεγάλη ευκαιρία να κατακτήσει το πρώτο αμερικανικό χρυσό στην ιστορία του αγωνίσματος.
Ξεκατίνιασμα
Ο Αυστραλός Μακ Χόρτον πήρε το χρυσό μετάλλιο στα 400 μέτρα ελεύθερο στην κολύμβηση, σβήνοντας όλες τις αμφιβολίες που είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Πριν από τον αγώνα είχε πει δημόσια πως ο μεγάλος του αντίπαλος, Σουν Γιανγκ (που ήρθε δεύτερος), είναι ένας ντοπαρισμένος κλέφτης!
Αφορμή στάθηκε ο τρίμηνος αποκλεισμός του Κινέζου για αποφυγή ενός ελέγχου το 2014, αλλά στην πραγματικότητα εξέφρασε την άποψη μεγάλης μερίδας της κολυμβητικής κοινότητας.
Ο Σουν, δύο φορές χρυσός ολυμπιονίκης στο Λονδίνο, εδώ και χρόνια εμφανίζει πολύ άσχημη συμπεριφορά απέναντι σε συναθλητές του, άντρες και γυναίκες, και γενικά δεν έχει συμπάθειες, ακόμη και στην πατρίδα του. Το 2013 κόντεψε να σκοτώσει πεζούς οδηγώντας χωρίς δίπλωμα την Porsche ενός φίλου του και μοιραία πέρασε κάποιες μέρες στη φυλακή.
Ο Σουν αρνήθηκε να συγχαρεί τον Χόρτον μετά το τέλος της κούρσας τους, ο Χόρτον δεν δέχτηκε να κάτσει μαζί του στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου, ενώ στον καβγά μπήκαν και οι ολυμπιακές επιτροπές των δύο χωρών. Οι Κινέζοι απαίτησαν συγγνώμη για τα σχόλια του Χόρτον περί ντόπινγκ, για να απαντήσουν οι Αυστραλοί πως «ο Μακ γνωρίζει απόλυτα την αναγκαιότητα να είναι “καθαροί” οι αθλητές κι εμείς συμφωνούμε μαζί του».
Οι δυο τους θα συναντηθούν ξανά την Κυριακή στον τελικό των 1.500 μέτρων ελεύθερο.
Ολυμπιακοί Αγώνες
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ
Ο μύθος του Τζέσε Οουενς εδραιώθηκε σαν σήμερα πριν από 80 χρόνια, καθώς κατέκτησε το τέταρτο χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Αυτή τη φορά παρέα με τους Ραλφ Μέτκαλφ, Φόι Ντρέιπερ και Φρανκ Γουίκοφ ήρθαν πρώτοι στα 4×100 με επίδοση 39.80.
Είχε προηγηθεί η πρωτιά στα 100, στα 200 μέτρα, αλλά και στο μήκος, αναγκάζοντας τον Αδόλφο Χίτλερ να εγκαταλείψει ατάκτως το Ολυμπιακό Στάδιο της γερμανικής πρωτεύουσας, καθότι η άρια φυλή που ονειρευόταν ηττήθηκε μπροστά στα μάτια του από έναν μαύρο αθλητή… Ετσι, την τέταρτη μεγάλη επιτυχία του 23χρονου τότε Οουενς δεν την παρακολούθησε live ο ηγέτης των ναζί. Δεν άντεχε…
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Θ. Ασημακόπουλος
