Βιβλία στο προσκέφαλο
Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Η φιλολογική μέριμνα και η λογοτεχνική ανησυχία διασταυρώνονται στις αναγνωστικές επιλογές του πεζογράφου από την Κομοτηνή (μιας ιδιαίτερης αφηγηματικής φωνής της γενιάς του), που ζει και εργάζεσαι στη Μέση Εκπαίδευση στην Ξάνθη.
Στη γοητευτική αυτοβιβλιογραφική ανακεφαλαίωση του Κ. Καβανόζη συνυπάρχουν βιβλία που τον έπλασαν από παιδί ώς σήμερα, πεζογραφικά, ποιητικά ή στοχαστικά κείμενα που διαπότισαν, συνειδητά ή ερήμην, τις μέρες του και τις σελίδες του.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Κώστας Καβανόζης, σημειώσεις και παρατηρήσεις για βιβλία που διάβασα, είχα γράψει με μπλε στιλό πάνω στο λευκό, χάρτινο εξώφυλλο ενός «BLOCK Νο 2» με συρματένιο σπιράλ και καμιά πενηνταριά μικρά φύλλα χωρίς γραμμές.
Κόντευα πλέον να τελειώσω την Γ’ Γυμνασίου και όφειλα, επομένως, να αντιμετωπίζω τα εξωσχολικά μου αναγνώσματα πιο συστηματικά.
Στο πρώτο αυτό, προμηθευμένο απ’ τον ψιλικατζή της γειτονιάς, αναγνωστικό τεφτέρι μου χώρεσαν κατ’ αύξοντα αριθμό και με τη σειρά που τα διάβασα σαράντα ένα (41) βιβλία.
Την πρώτη θέση στον κατάλογο κατέχουν τα «Λόγια της πλώρης» του Καρκαβίτσα, βιβλίο στο οποίο μου έκανε εντύπωση το «Γιούσουρι» με συμβολικό περιεχόμενο, ενώ στην τεσσαρακοστή πρώτη βρίσκεται –διαβασμένο λίγους μήνες μετά, στις αρχές της Α’ Λυκείου– «Το σινικό τείχος και άλλα διηγήματα» του Κάφκα, από το οποίο, μολονότι δεν διαβάζεται εύκολα από κάποιον που έχει συνηθίσει στο κλασικό μυθιστόρημα, αποκόμισα πολλά.
Στο ενδιάμεσο παρελαύνει όλος σχεδόν ο πεζογραφικός Λουντέμης με πρώτο και καλύτερο το «Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα», που με άγγιξε πολύ βαθιά, εξέχουσα όμως θέση (στο νούμερο 37) κατέχει και το «Η ζωή είναι αλλού» του Κούντερα, αφού μπορώ να πω ότι είναι απ’ τα καλύτερα βιβλία που ’χω διαβάσει.
Σε ένα δεύτερο μπλοκάκι με πλαστικοποιημένο αυτή τη φορά εξώφυλλο, το οποίο έσπευσα να προμηθευτώ αμέσως μόλις τέλειωσε το πρώτο, πρέπει να χώρεσαν καμιά εικοσαριά βιβλία ακόμα, προτού το παρατήσω με τις περισσότερες σελίδες του αδειανές.
Ηταν η πιο συστηματική προσπάθεια αναγνωστικής οργάνωσής μου που έχω κάνει ώς σήμερα.
Μέχρι που άρχισα να γράφω «κανονικά», στα τριάντα τρία μου, δεν είχα καν βιβλιοθήκη.
Τα βιβλία τα δανειζόμουν και τα δάνειζα, έτσι είχα μάθει από τη δευτέρα Δημοτικού, όταν έπεσε στα χέρια μου από τη βιβλιοθήκη του τετραθέσιου Δημοτικού σχολείου Προσκυνητών Ροδόπης το «Χωρίς οικογένεια» του Εκτορος Μαλό, το πρώτο βιβλίο που διάβασα στη ζωή μου.
Δύο χρόνια μετά, όταν τελείωσα και την τετάρτη και φύγαμε απ’ το χωριό, δεν είχα αφήσει κανένα από τα βιβλία του σχολείου αδιάβαστο.
Αφησα ωστόσο δωρεά –με αφιέρωση μάλιστα– ένα από τα λίγα δικά μου που είχα στο σπίτι και το οποίο είχα αγαπήσει πολύ: τον «Πιπίνο» του Κ. Καλώδη, τον μεταφρασμένο «Πινόκιο» του Κάρλο Κολόντι δηλαδή.
Αμφιβάλλω, πολύ θα το ήθελα όμως να βρίσκεται ακόμα εκεί.
Στη ζωή μου πέρασα πολύ μεγάλες περιόδους, και χρόνια ίσως, χωρίς να διαβάζω.
Αλλες πάλι διαβάζοντας βουλιμικά και χωρίς κριτήριο. Δεν είναι λίγα τα βιβλία τα οποία με συγκλόνισαν –όχι μάλιστα σε τρυφερή ηλικία– και με τα οποία θα χαμογελούσα ειρωνικά σήμερα, αν τα ’πιανα πάλι στα χέρια μου.
Υπήρξα για πάρα πολλά χρόνια αναγνωστικά αφελής, αθώος ή απλώς ανυποψίαστος δηλαδή, εξαρτάται πώς το βλέπει ο καθένας.
Και συχνά ήταν θέμα τύχης να πέσει στα χέρια μου ένα πραγματικά καλό βιβλίο.
Ξημερώθηκα με το «Ονομα του ρόδου» του Εκο, έκλαψα με το «Μαραμπού» του Καββαδία, ζαλίστηκα με τη «Μαρίνα των βράχων» του Ελύτη (από το σχολικό εγχειρίδιο) και καθόμουν κι έγραφα κι εγώ στα διαλείμματα τη «Μαρία της νύχτας» μετά, δεν κατέβηκα στον σταθμό του προορισμού μου στον Ηλεκτρικό της Αθήνας για να μη διακόψω το «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» του Μάρκες, μάτωσα με το «Εγκόλπιον ανασκολοπισμού» του Σιοράν και μέθυσα με το «Περί ηρώων και τάφων» του Σάμπατο, ερωτεύτηκα παρέα με τον Λαπαθιώτη αλλά και με τον «Φαίδρο» του Πλάτωνα, ζήλεψα όσο τίποτα το «Βίοι ελάσσονες» του Μισόν, ευχήθηκα να έχω γράψει εγώ την «Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου» του Φάις την εποχή που εγκαταλείποντας τη γενέτειρά μου Κομοτηνή –όπου είχα επιστρέψει έπειτα από χρόνια αναζητώντας μάταια τη σπίθα για τη συγγραφική πυρκαγιά που θα μ’ έκαιγε–, εγκατέλειπα μαζί και το όνειρο να γίνω συγγραφέας.
Πλέον διαβάζω ως επί το πλείστον χρησιμοθηρικά και, όταν ζηλεύω (όλο και πιο σπάνια, αφού με τα χρόνια έχω αναπτύξει αξιοθαύμαστες αντιστάσεις), ζηλεύω άσχημα.
Εχω πάντα μαζί μου ένα μολυβάκι ωστόσο και μόλις βρίσκω κάτι καλό το υπογραμμίζω, αναγνωρίζοντας τότε μέσα μου ένα τόσο δα, έστω, κυματάκι από εκείνο το παλιό ρίγος.
Διαθέτω επίσης και βιβλιοθήκη, αλλά βγάζω δυστυχώς όλη την τσιγκουνιά μου όταν μου ζητούν να της αποσπάσουν κάποιο βιβλίο.
Τα έχω πάντως όλα ανακατεμένα στα ράφια της, μπορεί να φρίξει κανείς βλέποντας τι βιβλία στέκονται δίπλα δίπλα.
Θυμάμαι καμιά φορά τις σκηνές της βιβλιοθήκης με τους αφοσιωμένους αναγνώστες και τους περιπλανώμενους ανάμεσά τους αγγέλους από την ταινία «Τα φτερά του έρωτα» του Βιμ Βέντερς.
Μολονότι συγκινούμαι –βαθιά, μου φαίνεται–, δεν θα μπορούσα να έχω τέτοιου είδους ευλαβική σχέση με τα βιβλία.
Πιάνω, ας πούμε, και ξεφυλλίζω με χοντροκοπιά πάνω στην καθημερινή εργασία μου ένα διαλυμένο απ’ τη χρήση «Αντιλεξικό» του Βοσταντζόγλου.
Γνωρίζω πως η χαμένη αναγνωστική μου αθωότητα –ή αφέλεια, είπαμε– κάπου εκεί μέσα έχει πέσει ανεπιστρεπτί. Ομως δεν την κλαίω.
Ολο και βρίσκω σποράκια της σε κάποια λέξη που δρέπω καμαρωτός από τις χιλιοσκαμμένες σελίδες.
*Τελευταίο βιβλίο του Κ. Καβανόζη είναι το μυθιστόρημα «Το Χαρτόκουτο» (Πατάκης, 2015)
