Καμία περίπτωση αμνήστευσης ή παραγραφής αδικήματος πολιτικών προσώπων εξαιτίας της συμμετοχής τους σε offshore εταιρείες που έχουν την έδρα τους σε χώρες που θεωρούνται φορολογικά συνεργάσιμες, εφόσον επικαλεστούν την επιεικέστερη διάταξη που ίσχυσε για τρεις μέρες από τη δημοσίευση του προηγούμενου νόμου, δεν πρόκειται να υπάρξει.
Παρότι το Σύνταγμα ορίζει ρητώς πως «ο αυστηρότερος νόμος δεν εφαρμόζεται αναδρομικά», με τις νομοτεχνικές βελτιώσεις που έφερε χθες ο υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος, αλλά και με τις προβλέψεις που ήδη υπήρχαν στην τροπολογία αναιρείται κάθε επιφύλαξη περί πιθανής αμνήστευσης.
Οσοι ήταν φορολογικά «τακτοποιημένοι» έχοντας μεν offshore σε χώρα φορολογικά συνεργάσιμη πράγματι μπορούν να επικαλεστούν τον ευνοϊκότερο νόμο, αλλά για όλους τους άλλους, που είναι πραγματικά στο στόχαστρο, δεν υπάρχει δυνατότητα να τη γλιτώσουν, τουλάχιστον όχι εξαιτίας της διάταξης.
Οι βελτιώσεις
Συγκεκριμένα ο Νίκος Παρασκευόπουλος κατέθεσε νομοτεχνικές βελτιώσεις που ορίζουν ότι οι παραβάτες της χθεσινής τροπολογίας δεν μπορούν να κάνουν χρήση ενδιάμεσης χρονικά ευνοϊκότερης ρύθμισης, που, όπως είπε, σημαίνει πρακτικά ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί γι’ αυτούς η ψηφισθείσα σχετική διάταξη του πολυνομοσχεδίου και συνεπώς να τους παρασχεθεί ασυλία.
«Η διάταξη του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται για τις ως άνω παραβάσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά η διόρθωση του υπουργού. Αβάσιμες χαρακτηρίζονται και οι ενστάσεις περί αντισυνταγματικότητας ως προς το συγκεκριμένο σκέλος πάντα, καθώς όπως εξηγούν έγκριτοι νομικοί, ο «Ποινικός Κώδικας δεν ακουμπά σε κανένα σημείο στο Σύνταγμα».
Ο Ποινικός Κώδικας είναι ένα εργαλείο, που σαν ζωντανός οργανισμός, επιδέχεται (και απαιτεί) εξειδικεύσεις όταν ψηφίζεται νεότερος νόμος, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Παράλληλα, ο υπουργός τροποποίησε και την παράγραφο της ρύθμισης που δίνει τη δυνατότητα μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων εντός 60 ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, αποσαφηνίζοντας ότι η δυνατότητα αυτή «δεν αίρει το αξιόποινο για τις ήδη συντελεσθείσες παραβάσεις των διατάξεων που αφορούν σε εταιρείες που έχουν πραγματική ή καταστατική έδρα σε κράτος μη συνεργάσιμο φορολογικά ή σε κράτος που έχει ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς».
Η τροπολογία
Εισάγει καθολική απαγόρευση συμμετοχής των πολιτικώς εκτιθέμενων προσώπων σε εταιρείες με έδρα στην αλλοδαπή και προσδιορίζει τις απαγορεύσεις συμμετοχής σε εταιρείες με έδρα σε μη συνεργάσιμα φορολογικά κράτη και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς.
Η καθολική απαγόρευση αφορά τον πρωθυπουργό, τους αρχηγούς των κομμάτων, βουλευτές, ευρωβουλευτές, όσους διαχειρίζονται τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων, αλλά και τους γενικούς και ειδικούς γραμματείς της Βουλής και της γενικής κυβέρνησης. Η συμμετοχή στη διοίκηση ή στο κεφάλαιο εταιρειών που έχουν έδρα στην αλλοδαπή, απαγορεύεται όχι μόνον αυτοπροσώπως αλλά και με παρένθετα πρόσωπα.
Η απαγόρευση ισχύει και για τους γενικούς γραμματείς των αποκεντρωμένων διοικήσεων, δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, προέδρους, διοικητές, υποδιοικητές και γενικούς διευθυντές πιστωτικών ιδρυμάτων που ελέγχονται από το κράτος.
Στη νέα διάταξη η απαγόρευση που καθιερώνεται για τα εν λόγω πρόσωπα, αφορά όχι μόνο τις εταιρείες που έχουν πραγματική ή καταστατική έδρα σε κράτος μη συνεργάσιμο στον φορολογικό τομέα, αλλά και τις εταιρείες που έχουν έδρα (πραγματική ή καταστατική) σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς.
Οπως επισημαίνεται στην εισηγητική έκθεση, με τον τρόπο αυτό η ρύθμιση περιλαμβάνει και κράτη των οποίων το φορολογικό σύστημα είναι καταφανώς ελαφρύτερο έναντι του ελληνικού. «Οσοι κατέχουν δημόσια αξιώματα και ηγούνται της χώρας και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οφείλουν να απέχουν από την όποια επιχειρηματική και επενδυτική τους δραστηριότητα εκτός Ελλάδας», αναφέρει επίσης η εισηγητική έκθεση.
Σημαία της κριτικής προς την κυβέρνηση αποτέλεσε το θέμα της εφαρμογής της διάταξης στα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Πράγματι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η συγκεκριμένη διάταξη να καταπέσει σε κάποιο ευρωπαϊκό δικαστήριο καθώς σημεία της ενδέχεται να αντίκεινται στο ευρωπαϊκό δίκαιο.
Είναι όμως δεδομένο πως όποιο πολιτικό πρόσωπο πλέον προσφύγει δικαστικά θα έχει ίδιον όφελος και πολιτικό κόστος από την επιλογή του καθώς η κίνηση αυτή θα συνιστά αποχρώσα ένδειξη φοροδιαφυγής, ακόμα και ξεπλύματος μαύρου χρήματος.
Ομως η συζήτηση για τα ευρωπαϊκά δικαστήρια παραμένει άκρως υποκριτική, ειδικά όταν εκφέρεται από νομικούς με όποια πλευρά και αν αυτοί συντάσσονται. Παράδειγμα: Εστω ότι ίσχυε η προηγούμενη διάταξη του προηγούμενου νόμου, πριν ξεσπάσει ο σάλος.
Εστω ότι οι ελληνικές αρχές «έπιαναν» (αδήλωτη) offshore πολιτικού προσώπου ακόμα και σε χώρα μη συνεργάσιμη φορολογικά (π.χ. Σεϊχέλες). Υποτίθεται, σύμφωνα με την κυβέρνηση, πως (και) με την προηγούμενη διάταξη ο συγκεκριμένος πολιτικός θα είχε ποινικές κυρώσεις από την ψευδή δήλωση «πόθεν έσχες», αλλά και από την κτήση της εταιρείας (αν αποδεικνυόταν φοροδιαφυγή). Ούτε όμως αυτό θα έστεκε στην πράξη.
Ακόμα και αν ένα δικαστήριο τον καταδίκαζε για την κατοχή της offshore θα μπορούσε κάλλιστα να επικαλεστεί (και να κερδίσει την υπόθεση) πως «τηρούνται δύο μέτρα και δύο σταθμά» καθώς ένα άλλο πολιτικό πρόσωπο μπορούσε με κάθε νομιμότητα να κατέχει ή να συνδέεται με offshore στην Κύπρο, στο Λουξεμβούργο, στη Μάλτα και στη Βουλγαρία.
Με λίγα λόγια όσο δεν ρυθμίζεται συνολικά η νομιμοποίηση κατ’ αρχάς των φορολογικών παραδείσων σε ευρωπαϊκό έδαφος, κανένας νόμος και καμία ρύθμιση δεν θα φέρει σπουδαία αποτελέσματα.
Αναπάντητο παραμένει το σημαντικό ερώτημα αν θα υπάρξει καθολική απαγόρευση και για τη συμμετοχή πολιτικών προσώπων σε επενδυτικά προϊόντα εταιρειών με έδρα το εξωτερικό.
Κάτι τέτοιο θα σημαίνει υποχρέωση άμεσης ρευστοποίησης προϊόντων και αφορά σίγουρα πρόσωπα από όλο το πολιτικό φάσμα. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, δεν αποκλείεται να υπάρξουν εκ νέου βελτιώσεις και ρυθμίσεις στο προσεχές μέλλον.
