«Η κοινοβουλευτική εικόνα των πολιτικών ηγετών δεν είναι η αντανάκλαση του κοινωνικού παλμού, αλλά ενίοτε η πολύ καλή γνώση του»
Κάθε κομματικός σχηματισμός, ειδικά εκείνοι που διεκδικούν την εξουσία, αναπτύσσουν είτε σε επιμέρους ζητήματα, είτε στο γενικό πεδίο, διάφορες τακτικές και στρατηγικές. Αυτό είναι κάτι το γνωστό.
Εξάλλου, οι δημοσιολόγοι επιχειρούν κατά καιρούς να ψηλαφίσουν τον τρόπο του σκέπτεσθαι κάθε παρόμοιας ενέργειας. Άλλες φορές πέφτουν μέσα, άλλες έξω.
Αυτό αφορά σε όσους επιθυμούν να καταγράψουν αυτό που ακριβώς διακατέχει τη σκέψη τους για τις στοχεύσεις των πολιτικών επιτελείων.
Γιατί υπάρχουν και αρκετοί που -αφού κατανοήσουν την ουσία των πραγμάτων- χειρίζονται ύστερα τον δημόσιο λόγο με τέτοιο τρόπο που τα δεδομένα να γίνονται μέσα για την εξυπηρέτηση του σκοπού που έχει ο κάθε ένας.
Εξάλλου, αυτό κάνουν και οι ίδιοι οι πολιτικοί, τουλάχιστον εκείνοι που μπορούν να ανταποκριθούν σε ένα τέτοιο είδος άσκησης πολιτικής και δεν θα γίνονταν περίγελοι αν το επιχειρούσαν ακόμψως και με τραβηγμένο από τα μαλλιά τρόπο.
Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλοι είναι πως -σε πολύ γενικές γραμμές- τα πολιτικά κόμματα εξουσίας έχουν ένα διπλό ρόλο.
Εμείς όλοι δεν πρέπει να μπερδευόμαστε και να τα αναμειγνύουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να προκύπτουν θολούρες και λανθασμένα συμπεράσματα.
Η πρώτη έγνοια τους αφορά στην ίδια τη συστημική ευρυθμία.
Δηλαδή, κατά πόσο θα συμβάλλει το καθένα, με τις όποιες υπαρκτές ιδεολογικές διαφοροποιήσεις, στο να «γίνει η δουλειά» που πρέπει, έτσι ώστε διάφοροι τομείς της δημόσιας κοινωνικής σφαίρας να ανταποκριθούν όσο το δυνατόν καλύτερα στις υποχρεώσεις τους.
Είναι αυτό που θα μπορούσαμε να το ονοματίσουμε ως «συστημική αυτοσυντήρηση».
Σε αυτό το πλαίσιο, τα κόμματα είναι το ειδικό που πασχίζει για το γενικό.
Η αναφορά μας αυτή είναι σε ένα γενικό επίπεδο και όχι στο εξειδικευμένο, γιατί τότε είναι που εισάγεται ο υπαρκτός ταξικός χαρακτήρας των στοχεύσεων του καθενός από τους πολιτικούς σχηματισμούς που κινούνται στο κεντρικό αστικό πολιτικό σκηνικό.
Η δεύτερη έγνοια τους είναι η δική τους «εξατομικευμένη οργανική λειτουργικότητα».
Δηλαδή, το πώς θα ευδοκιμήσουν τα ίδια και τα ιδιαίτερα συμφέροντα τους στον ανταγωνισμό με τα υπόλοιπα.
Ένα κόμμα που θα ρίξει όλο το βάρος του στο δεύτερο, υποτιμώντας το πρώτο, θα βρεθεί μπροστά σε αντιδράσεις που θα το μετατρέψουν σε καμένο χαρτί.
Αν, όμως, ένα κόμμα κοιτάξει μόνο το πρώτο -αγνοώντας το δεύτερο- θα λειτουργήσει ως μια σύγχρονη Ιφιγένεια.
Τα κόμματα που επιτυγχάνουν είναι εκείνα που μπορούν να κατανοήσουν την ανάγκη συνδυασμού των δύο «καθηκόντων».
Βέβαια, η εμπειρία έχει δείξει πως -κατά βάση- μόνο οι ηγεσίες τους (και λίγα κατώτερα στην εσωτερική ιεραρχία στελέχη) μπορούν να συνειδητοποιήσουν τέτοιες αναγκαιότητες και αυτό γιατί αυτές είναι που πρέπει να βρουν τις λύσεις και να ικανοποιήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα κοινωνικά αιτήματα, είτε αφορούν στα αδύναμα στρώματα είτε τις άρχουσες ελίτ (ντόπιες και μη).
Αυτό είναι, άλλωστε, μέχρι στιγμής το «μεγάλο όπλο» του ΣΥΡΙΖΑ.
Γι’ αυτό από ένα κόμμα με μικρή εκλογική απήχηση που αποτελούσε ένα προοδευτικό και πνευματικά καλλιεργημένο άλλοθι -μέσω μιας άλλης λογικής διαχείρισης των κυριαρχικών υποθέσεων- έγινε ο «βασικός παίκτης» εδώ και ενάμιση χρόνο.
Αυτό το οφείλει στην πολιτική οξυδέρκεια και διορατικότητα που επιδεικνύει η στενή ομάδα των ανθρώπων που είναι επιφορτισμένη με την πολιτική ανάλυση και την παρεπόμενη κινητικότητα.
Μπορεί η Ν.Δ. στο σήμερα, για άλλη μια φορά, να λέει τα δικά της, όμως ξέρει.
Γιατί αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις ο ΣΥΡΙΖΑ, και θα είναι ο τελευταίος που θα πάρει το μπόνους, και η Ν.Δ. η πρώτη που δεν θα το πάρει.
Για αυτό και ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε πολύ εύστοχα (από την πλευρά του…) για τη μετατροπή του πάλαι ποτέ στείρου δικομματικού ανταγωνισμού σε ένα γόνιμο διπολισμό.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα και όταν χάσει τις εκλογές, όποιες και όποτε χάσει…, ήρθε για να μείνει ως ο βασικός κορμός του Κεντροαριστερού πόλου.
Όταν, μάλιστα, το ΠΑΣΟΚ απαλλαγεί από τα βαρίδια του χθες (σημαντική παράμετρος φαίνεται πως είναι η ασπίδα προστασίας ακόμα και από ποινικές ευθύνες…) ενδέχεται να τον αγαπήσει τόσο όσο δεν αγάπησε ποτέ ο Συνασπισμός το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη…
Γιατί, στην Κουμουνδούρου ξέρουν πολύ καλά πως δεν βοηθάει ούτε μια διαρκής «νιτσεϊκής υφής» πολεμική διάθεση (την εξάντλησε μετά το 2012…), ούτε όμως μια «σοπεναουερική» πεσιμιστική παράδοση (αυτή την αφήνει στα «θύματα» του…).
Σύνεση, σχέδιο, και το «κατάλληλο χτύπημα» στην κατάλληλη χρονική στιγμή.
Προς το παρόν τους βγαίνει και τους παραβγαίνει, και ανανεώνοντας τις συστημικές τεχνοτροπίες και κάνοντας «δουλειά» εκεί που κανένας άλλος δεν μπορούσε…
Πρόκειται για ένα πείραμα διαχείρισης που λίγοι καταλαβαίνουν και αυτό ίσως είναι το μεγάλο μυστικό της «επιτυχίας» του…
