Ο ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ σαν σήμερα πριν από έντεκα χρόνια κίνησε να συναντήσει τον ευυπόληπτο πολίτη Λαυρέντη και να ταράξει την ησυχία του, σχολιάζοντας την επικαιρότητα με εύστοχους στίχους:
FAIR PLAY Πόσες χιλιάδες ώρες πέρασαν με συνεδρίαση/ σ’ αχτίδες, κόβες και κομματικοὺς πυρήνες,/ στο τέλος πάθαμε χρονία νικοτινίαση/ κι ο πονοκέφαλος ούτε περνούσε μ’ ασπιρίνες.// Μάθαμε απ’ όξω -βασικά- όλα τα προβλήματα/ και την αναγκαιότητα της πάλης/ και γίναμε τα δακτυλοδειχτούμενα τα βλήματα/ κρατώντας τον Μαρξ – Εγκελς υπό μάλης.//
Μέρα τη μέρα θα ‘ρχονταν η Επανάσταση/ και περιμένοντας πέρασαν τα χρόνια/ κι όμως σ’ το λέγαν οι γονείς σου «άσ’ τα συ/ πάντα θα βρίσκονται στον κόσμο άλλα κωθώνια».// Πάντοτε ο καπιταλισμός βρίσκει περάσματα/ και ξεπερνά τις δύσκολες τις κρίσεις./ Κι ένα πρωί: «Απαγορεύονται τα άσματα/ και κοπιάστε στο τμήμα για ανακρίσεις».// Τώρα να σπάσεις δεν μπορείς πια, σε χρωμάτισαν/ και σ’ έχουν σαν τον ποντικό μέσα στη φάκα/ και δεν ξεφεύγεις από του χαφιέ το μάτι σαν/ συναναστρέφεσαι τον καθ’ ένα μαλάκα.// Δεν άκουσες ποτέ τη μάνα σου την άγια/ σ’ ενοχλούσε και σένα το κατεστημένο,/ δεν είδες γύρω σου χιλιάδες τα ναυάγια/ δεν το χαμπάρισες πως το παιχνίδι ήταν στημένο.
ΔΕΝ ΕΦΤΑΙΓΕΝ Ο ΙΔΙΟΣ, τόσος ήτανε/ η εποχή, τα βάρη, οι συνθήκες/ κι άλλοι την πάθανε που τότε είπαν το ναι/ και δεν ακούσανε των παλιών τις υποθήκες.// Τάχα η θέλησή σου λίγη/ τάχα ο πόνος σου μεγάλος/ η ζημιά ήτανε στο ζύγι/
πάντα φταίει κάποιος άλλος.// Καλά καλά ποιο είναι το κέρδος, ποια η ζημιά/ ποιος να το πει δεν ξέρει/ το βέβαιο ήτανε πως κάτι δεν πήγε καλά/ δεν έφτασε όπου ονειρεύτηκε το χέρι.// Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε/ κι οι άνθρωποι γεμάτοι είναι τώρα απαιτήσεις/ αφού σήμερα δε θα ‘λεγε το ίδιο το ναι/ τώρα περίσσεψαν η σύνεση και η κρίση.
ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός,/ ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης./ Tριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,/ εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες./ Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ‘ξερα τι κάθαρμα ήσουν,/ τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα,/ κοιμού εν ειρήνη, δεν θα ‘ρθώ την ησυχία σου να ταράξω./ (Eγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω/ πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο)./ Kοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,/ ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης./ Δε θα ‘σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.
ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα/ κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ/ νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή./ Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά/ κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου./ Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ/ κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες./ Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς/ να γνωρίζω κανένανε κι ούτε/ κανένας με γνώριζε.
ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ/ που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν/ και τώρα σε λοιδορούν/ γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
