Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πώς το έλεγε ο Τόμας Μαν για τον «Βέρθερο»; «Νιάτα και ιδιοφυΐα είναι το θέμα του, με νιάτα και ιδιοφυΐα είναι γραμμένο». Με τα ίδια νιάτα και ιδιοφυΐα οφείλει να μεταφερθεί και στο θέατρο.

Κι αληθινά υπάρχουν και τα δύο στο Θέατρο Σημείο. Τα νιάτα βουίζουν μπροστά μας στην πιο άδολη αλλά και δυναμική διεκδίκηση, από την ομάδα που δίδαξε, κίνησε και χόρεψε ο Αλέξανδρος Διαμαντής στην πρώτη του μετακίνηση από τα εικαστικά στο θέατρο.

Και η ιδιοφυΐα, πιο δίπλα, φανερώνεται όχι σε αυτά που επιλέγει η παράσταση να δείξει από το επιστολικό μυθιστόρημα, αλλά σε ό,τι αποφεύγει, σε όσα αφήνει πίσω από τις γραμμές να κρυφτούν στο νεύμα, το κοίταγμα και τη σιωπή.

Σύμφωνοι, δύσκολα θα έβαζα τον πήχη τόσο ψηλά ώστε να μιλήσω για μια αληθινά μεγάλη παράσταση του αριστουργήματος του Γκαίτε, του πιο αγαπημένου, επιδραστικού, διάσημου και καταραμένου έργου του.

Πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Δύο σελίδες του βιβλίου γεννούν τον Ρομαντισμό – άλλες δύο κάπου αλλού τον αρνούνται… Κάπου εμπνέει το κίνημα «Θύελλα και Ορμή»… κάπου δοξάζει την Αυτοκτονία (την «ερωτική Αυτοκτονία», όπως μας διευκρινίζει ο Μπαρτ)… σε άλλο σημείο, πάλι, τη γελοιοποιεί.

Είναι ένα αληθινά μεγάλο έργο, μεγαλύτερο τόσο από το πρόσωπο που φέρει την υπογραφή του όσο και από το πρόσωπο που βάζει στο κέντρο του.

Σαν τον Αμλετ, ο Βέρθερος απλώνεται νομίζεις πιο πέρα, στην περίπτωση κάθε μελλοντικού Νέου που ζει με ένα ηφαίστειο μέσα του, επαναστατεί χωρίς αιτία, ανήκει σε μια οργισμένη γενιά, ερωτεύεται τον εαυτό του, τη φύση που τον αγκαλιάζει και τη γυναίκα που καθρεφτίζεται στα μάτια του, με κάθε σειρά και σε κάθε συνδυασμό, διαγράφει μια μοιραία τροχιά γύρω από τον θάνατο και στο τέλος πέφτει μέσα του, με όλη τη θύελλα και την ορμή που άλλες εποχές περνιέται για τρέλα, άλλες για αρρώστια και άλλες για νίκη.

Δύσκολα θα μπορούσα να μιλήσω για πιστή μεταφορά αυτού του παράφορου «όλα ή τίποτα» του 18ου αιώνα, που επανέρχεται στο ξύπνημα κάθε νέας γενιάς (και στον εφιάλτη κάθε προηγούμενης…).

Αλλά εδώ, στο Σημείο, έχουμε κάτι διόλου ασήμαντο στη θέση του. Είναι η συγκινητική κατανόηση του ήρωα μέσα από τα μάτια εξίσου νέων. Είναι ο τρόπος που έχουν οι νέοι να αναμεταδίδουν μεταξύ τους το υλικό μιας ευαισθησίας, πυρηνικής, απαράλλακτης κι ατόφιας, κάτω από διαφορετικά κάθε φορά ανατρεπτικά σχήματα και πράξεις.

Στο Σημείο ο Βέρθερος είναι πρώτα από όλα ο αληθινά «αγαπητός». Είναι ένας άγγελος της νεότητας. Μας συστήνεται με χαμόγελο, και με χαμόγελο μας αποχαιρετά. Αν χάνεται, χάνεται από αγάπη. Κι είναι τόσο γεμάτος ενθουσιασμό, ευγένεια, από τη μέσα του γέννηση πραγμάτων, που δεν μπορεί να διαχειριστεί πια τον ίδιο του τον πληθωρισμό. Οταν κάποια στιγμή ακουμπήσει λόγω έρωτα στον μέσα εαυτό του, μοιραία θα υπερφορτισθεί.

Ο «Βέρθερος» του Σημείου είναι βέβαια λιγότερο περίπλοκος από τον αμφιλεγόμενο ήρωα που συναντούμε στο επιστολικό μυθιστόρημα. Αλλά μια στιγμή!

Ο Αλέξανδρος Διαμαντής παρατηρεί κάτι που ίσως λησμονεί ο βιαστικός θεατής. Εδώ δεν έχουμε μόνο μια διασκευή του πρωτότυπου, έχουμε αλλαγή της φοράς των πραγμάτων. Βλέπουμε τα πράγματα από έξω προς τα μέσα, όταν στο μυθιστόρημα τα βλέπουμε μέσα από την εξομολόγηση του ήρωα.

Και αληθινά, τι από το πάθος, τις σκέψεις, τους δισταγμούς, το βυθισμένο στα νερά της εσωτερικότητας εγώ προβάλλει στην επιφάνεια της κοινωνικής συνδιαλλαγής; Ελάχιστα! Ολα είναι ασφυκτικά κλεισμένα στη νόρμα της υποχρεωτικής ευγένειας, του πρωτοκόλλου της σωστής συμπεριφοράς ενός αστού.

Μπροστά από την αυλαία ο Βέρθερος δεν είναι παρά ένας συμπαθητικός, φλύαρος νέος, εμφανώς ξαναμμένος –αν κι ελάχιστα διακρίνουμε από το καμίνι που τον κατακαίει. Οσο και να φαίνεται περίεργο, όταν ο Βέρθερος ανεβαίνει στη σκηνή, έκπληκτος διαπιστώνει ότι έχει μεταφερθεί εκατόν τόσα χρόνια μετά. Παίζει τώρα πιθανόν στον «Γλάρο».

Αυτόν τον «Βέρθερο» διδάσκει τώρα ο Αλέξανδρος Διαμαντής –δράμα της προαναγγελθείσας έκρηξης. Ο δικός του ήρωας είναι πολύ μόνος για να αλλάξει τον κόσμο από έξω, μπορεί όμως να τον αλλάξει από μέσα, ακόμα και με τον θάνατό του.

Και αληθινά, τον αλλάζει. Μένοντας σταθερός στις επιλογές του, θυσιάζοντας ας πούμε τον εαυτό του στο όνομα ενός μελλοντικού κόσμου, όπου οι νέοι θα ζουν σαν νέοι και ο κόσμος θα γυρίσει προς το μέρος τους.

Καθώς ο Βέρθερος έχει μια μνημειωμένη στο διηνεκές νεότητα, δεν έχει εποχή. Κι αληθινά, ελάχιστα στην παράσταση θυμίζουν το ιστορικό περιβάλλον του ήρωα, ακόμα λιγότερα την καταγωγή του. Το σκηνικό επομένως παραπέμπει σε μια «Ατοπία» (εξ ου και η εικαστική αναφορά στη Δέσποινα Χαριτωνίδη), με ποιητικές νύξεις από την μπαρόκ μουσική και ζωγραφική.

Λείπουν βέβαια αναγκαστικά ορισμένες καθοριστικές σκηνές. Και είναι γενικά συνετό να έχει κανείς πρόσφατο τον Γκαίτε για να γοητευθεί από τη μεταφορά.

Η μετάφραση δεν αναφέρεται στο δελτίο Τύπου, υποψιάζομαι όμως πως πρόκειται ασφαλώς για τη σπουδαία εργασία της Στέλλας Νικολούδη στην Αγρα. Από εκεί και πέρα, η επεξεργασία έχει διαλέξει να μεταφέρει το έργο αποσπασματικά.

Ορισμένες φορές αυτό είναι μάλλον δύσκολο και φαντάζομαι αρκετοί θα χάνουν τον ειρμό στην πορεία. Ισως ακόμη να είναι δύσκολο να κατανοήσουν πού οφείλεται η θέρμη του Βέρθερου ή από πού πηγάζει ας πούμε η γοητεία της Λόττε.

Με άλλα λόγια, είναι μια από τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που θα ζητούσαμε όχι περικοπή αλλά κι άλλο… άπλωμα της παράστασης, μισή ώρα ακόμη, ώστε να γίνουν τα πράγματα σαφέστερα και πιο πυκνά.

Η προσοχή έχει δοθεί στην απόδοση των ηθοποιών και υπάρχουν στιγμές που η ερμηνεία τους έφερε στον νου την παλιά πειραματική σκηνή του Εθνικού. Νομίζω ότι είναι άδικο να αναφέρονται χύδην τα ονόματά τους, ειδικά όταν έχεις ανεβάσει τον «Βέρθερο» όπως ο Νίκος Λεκάκης ή τη Λόττε όπως η Χρυσούλα Παπά.

Ακολουθώ όμως τη φιλοσοφία που πρεσβεύει η ομάδα: Βασιλική Γεωργικοπούλου, Γιώργος Κοσκορέλος, Δημήτρης Νάκος, Μάγια Ανδρέου, Θανάσης Πατριαρχέας, Ναταλία Σουίφτ. Εξάλλου κτίζουν όλοι το ίδιο κατ’ ουσίαν δραματικό υπερ-πρόσωπο.

Είναι κρίμα να περάσει η παράσταση σαν μια ακόμη νεανική μάζωξη του εαρινού διάκενου στα πεταχτά της σεζόν. Θα πρότεινα να επαναληφθεί στον ίδιο χώρο τη νέα χρονιά. Πρέπει να τη χαρούν περισσότεροι.