Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αριστοτέλης για όλους, διαχρονικός και σύγχρονος

Στο πλαίσιο της ανακήρυξης του 2016 ως Eτους Αριστοτέλη από την UNESCO, με αφορμή τη συμπλήρωση 2.400 ετών από τη γέννηση του μεγάλου Σταγειρίτη, το Ανοιχτό Βιβλίο φιλοξενεί μικρό αφιέρωμα στον σπουδαίο φιλόσοφο. Σημαντικοί μεταφραστές και συστηματικοί μελετητές του έργου του εγκύπτουν στον συναρπαστικό και πολύτροπο αριστοτελικό κόσμο.

Οι εκδόσεις Νήσος, μέσω της χορηγίας του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου, αναλαμβάνουν να συγκροτήσουν σε βάθος χρόνου μια πλήρη αριστοτελική βιβλιοθήκη. Hδη από το 2011 κυκλοφορούν οι έξι πρώτοι τόμοι σε ρέουσες μεταφράσεις, άρτια τεκμηριωμένες και σχολιασμένες.

Με έναυσμα την πρόσφατη κυκλοφορία του τόμου Τέχνη Ρητορική (σε μετάφραση-εισαγωγή και επιμέλεια Παντελή Μπασάκου), ο δρ φιλοσοφίας και μεταφραστής Γιώργος Καράμπελας μας συστήνει με ελκυστική διαύγεια τον εν λόγω τόμο, παράλληλα ο Βασίλης Κάλφας, καθηγητής φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, διατρέχει εποπτικά το όλο φιλόδοξο εγχείρημα, τόσο στην ιστορική, στοχαστική και παιδευτική του διάσταση όσο και στην ευρύτερη πρόσληψη του αριστοτελικού έργου στα καθ’ ημάς, τέλος, ο ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Παντελής Μπασάκος μας μεταφέρει την αύρα της πειθαρχίας, του μόχθου αλλά και της απόλαυσης, με τη δέουσα πάντα μελαγχολική ειρωνεία που γεννάει η συμβίωση πλάι σε κείμενα αυτού του βάθους κι αυτής της διάρκειας.

Επιμέλεια: Μισέλ φάις

Οταν τον 17ο αιώνα ο Τόμας Χομπς διάλεξε να μεταφράσει (ουσιαστικά, να συνοψίσει και να παραφράσει) τη Ρητορική του Αριστοτέλη για να δείξει σε έναν ευγενή μαθητή του πώς «να εγείρει την οργή, τον φθόνο, τον φόβο ή όποιο άλλο πάθημα του δικαστή», αυτό που έκανε ήταν να θεμελιώσει τη μοντέρνα θεώρηση περί ρητορικής επιστρέφοντας πριν από τον Αριστοτέλη, καταργώντας μάλιστα την ίδια την αριστοτελική Τέχνη ρητορική τη στιγμή ακριβώς που τη χρησιμοποιούσε.

Βέβαια, η μοίρα του αριστοτελικού κειμένου ήταν ανέκαθεν ταραγμένη – σχεδόν από την πρώτη στιγμή και για πολλούς αιώνες, αγνοήθηκε, παρερμηνεύτηκε, χρησιμοποιήθηκε για αλλότριους σκοπούς, περιφρονήθηκε, γνωρίζοντας μόνο σύντομα διαλείμματα αναγνώρισης, και αυτά διά της τεθλασμένης, όπως προπάντων στις διαλεκτικές θεωρίες της Αναγέννησης.

Μόνο η μοντέρνα σκέψη, ωστόσο, μπόρεσε να αντιστρέψει τόσο απροκάλυπτα την πρόθεση του Αριστοτέλη χρησιμοποιώντας το ίδιο το γράμμα του κειμένου του – δικαιώνοντας, και εδώ όπως και αλλού, τον ζοφερό ισχυρισμό ότι το μοντέρνο είναι το αρχαίο που επιβιώνει εμμόνως ως διαρκώς νέο (οι πιο αισιόδοξοι θα έλεγαν ότι και το αντίστροφο αληθεύει, αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία).

Στην επιβλητική νέα έκδοση της Ρητορικής του Αριστοτέλη, με τον κρίσιμο τίτλο Τέχνη ρητορική (19ος τόμος της σειράς Αριστοτέλης: Έργα των εκδόσεων νήσος), ο καθηγητής Παντελής Μπασάκος, μεταφραστής και επιμελητής του κειμένου, ανέλαβε και πέτυχε να φέρει σε πέρας μια εργασία αποκατάστασης χωρίς προηγούμενο για τα ελληνικά δεδομένα.

Η αριστοτελική Ρητορική, εξηγεί ο Π. Μπασάκος στην Εισαγωγή του, είναι τόσο «τέχνη» όσο και «ρητορική», αλλά με αυτή την ιεραρχική σειρά: είναι δηλαδή η συγκρότηση, για πρώτη φορά στην ιστορία, μιας συστηματικής μεθόδου για το δημόσιο λέγειν, η οποία εξετάζει και εκθέτει όλα τα μέσα της πειθούς, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, και κυρίως σε σύγκρουση με τις τρέχουσες (την εποχή του Αριστοτέλη όσο και σήμερα) αντιλήψεις που θέλουν την πειθώ να ασκείται με τη διαστρέβλωση της κρίσης και τον υποβιβασμό του κριτή σε παθητικό συναινούντα.

Ομοια της διαλεκτικής, η ρητορική κάνει «έντεχνο» ένα πεδίο του λόγου ακόμα πιο ευρύ από τα λογικά επιχειρήματα, καθότι συμπεριλαμβάνει τον χαρακτήρα (ήθος) και το συναίσθημα (πάθος), εκτός από την επιχειρηματολογία ως τέτοια.

Η ρητορική, στην τεχνική, αριστοτελική εκδοχή της, «λογικοποιεί» το άλογο από τη μια, από την άλλη όμως εκτίθεται σε αυτό, υφίσταται τις συνέπειες της φιλοδοξίας της, κατά κάποιον τρόπο – και είναι πραγματικά εξαιρετική η παρουσίαση του Π. Μπασάκου για την «κατασκευαστική ατέλεια», δηλαδή τη διπλή τριμερή δόμηση της πραγματείας του Αριστοτέλη, ανάλογα με τα μέσα της πειθούς (ήθος, πάθος, λόγος) και ανάλογα με το είδος του ρητορικού λόγου (συμβουλευτικό, δικανικό, επιδεικτικό).

Ετσι, η υπόστασή της είναι διττή: σαν λογική μέθοδος αλλά και σαν εγχειρίδιο του ρήτορα, χωρίς να υποβαθμίζει ή να εκχωρεί καμία από τις δύο αξιώσεις της, τη θεωρητική και την πρακτική (για να το πούμε χοντρικά), διεκδικεί τη συγκρότησή της στον τόπο και τη στιγμή εκείνη που ο φιλόσοφος τολμά να κατεβεί στην αρένα της πόλης (του), να αναπνεύσει τον «βρόμικο αέρα» (της) και να αφήσει την τάξη (του) και το φαινομενικό περιρρέον χάος (της) να έρθουν σε επαφή, να συγκρουστούν, να χωριστούν και, ίσως, ιδανικά, να σμίξουν κάποτε.

Τις τελευταίες δεκαετίες (όπως επίσης σημειώνει ο Π. Μπασάκος), η ανατίμηση της ρητορικής ως αυτοτελούς επιστημονικού αντικειμένου διεθνώς έχει συμπεριλάβει αυτονόητα και τη Ρητορική του Αριστοτέλη. Πολλά και διαφορετικά είναι τα εγχειρήματα «ρητορικοποίησης» της φιλοσοφίας και της επιστήμης, ακόμα και στις πιο «σκληρές» μορφές της – κάποια από αυτά είναι διάσημα, κάποια (μερικές φορές τα ίδια) είναι επίσης γοητευτικά, αγγίζοντας ή και ξεπερνώντας τα όρια της σαγήνης.

Η ρητορική, ενίοτε και η ίδια η αριστοτελική Ρητορική, έφτασε να εγείρει βλέψεις νέας οντολογίας, «γενικευμένης επιτέλεσης» ή καθαρής «λογολογίας» (όπως έχει γραφτεί) που, σαν να ικανοποιούσε το ρομαντικό όνειρο του Νοβάλις, πλάθει τον ομιλιακό της κόσμο ως κόσμο sans phrase και αντιστρόφως.

Το κείμενο του Αριστοτέλη, περιττό να ειπωθεί, αντιστέκεται σθεναρά και σε αυτές τις ιδιοποιήσεις, δίχως φυσικά να μπορεί να τις εμποδίσει, όπως δεν μπόρεσε να εμποδίσει και τις προηγούμενες, αρχαίες και μοντέρνες.

Στο μεταίχμιο όπου στέκεται η Τέχνη ρητορική, φαντάζει πεζή, σαν βράχος αποφασισμένος, και καταδικασμένος, να διαψεύδει προσδοκίες και να ματαιώνει επιθυμίες. Με όσα έχει περάσει, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς ότι δεν της αξίζει τίποτα λιγότερο.

Αντί επιλόγου, δυο λόγια για την έκδοση. Ο Π. Μπασάκος μετέφρασε το αρχαίο κείμενο σε ελληνικά που όσο πιστά αποδίδουν το πρωτότυπο, άλλο τόσο πιστά απομακρύνονται από αυτό και μιλούν με ζωντάνια και ακρίβεια τη σύγχρονη γλώσσα.

Καρπός πολύχρονης ερευνητικής δουλειάς (σε στάδια της οποίας ο γράφων είχε τη σπάνια χαρά να είναι μάρτυρας), αυτή η έκδοση της, τελικά, πιο άγνωστης γνωστής μας Ρητορικής, όπως και όλοι οι συντελεστές της, με την επιστημοσύνη και τη φιλολογική κι αισθητική τους καλλιέργεια, συναγωνίζονται επάξια το απαράμιλλο πείσμα του Αριστοτέλη – και θέτουν με τη σειρά τους έναν πήχη για τους επιγόνους.