Οι ειδήσεις στον κήπο μας τρέχουν, κυρίες και κύριοι, οπότε δεν μου μένει χώρος και χρόνος σήμερα για κάποια κοινωνικο-πολιτικο-οικονομική ανάλυση – γουάου.
Προ ημερών, λοιπόν, είχαμε συμπλοκή μεταξύ Ταρζάν και Κάρμεν: σημειώσατε 1.
Τα γεγονότα εξελίχτηκαν ως εξής:
Καθώς ήταν περίοδος αναπαραγωγής για μας τους σκύλους, έξω απ’ την αυλή, στον δρόμο, πέρναγε και ξαναπέρναγε μια παρέα – μια θηλυκιά σε οίστρο και, ξοπίσω της, 4 αγαπητικοί.
Φυσικά ο Ταρζάν μύρισε τις ευωδιές της θηλυκιάς και του άναψαν τα λαμπάκια. Αρχισε να ουρλιάζει σαν σεληνιασμένη μαινάδα και πλησίαζε -με πονηρό σκοπό- εμένα και την Κάρμεν, που όμως… δεν, καθότι αμφότερες στειρωμένες.
Και εγώ, μεν, του το είπα πολιτισμένα («παράτα μας, βρε βλήμα»), οπότε πήγε πάσο.
Η Κάρμεν, όμως, που είναι πιο τζόρας και πιο «αντράκι», του την έπεσε κανονικά, βγάζοντας δόντια!
Σε κανονικές συνθήκες ο Ταρζάν θα υποχωρούσε, αλλά εδώ υπήρχε κατάσταση συναγερμού. Οπότε της χίμηξε, της βούτηξε τ’ αυτιά και της τα ‘κανε λουρίδες!
Εβαλε αυτή τις φωνές, ήρθε ο δικός μου με την ψυχή στο στόμα και τους χώρισε, αλλά το κακό είχε γίνει: το Καρμενάκι γέμισε αίματα και κλαψούριζε σε μια γωνιά.
Την πήγε στον γιατρό, την καθάρισε λίγο, αλλά το αυτί της δεν διορθώνεται. Ετσι, αντί για δύο αυτιά, η Κάρμεν θα έχει τρία, καθότι το ένα της αυτί σκίστηκε στη μέση.
Προχτές συνέβη το άλλο: Καθώς μας είχε βγάλει βόλτα ο δικός μας κατά τις 4 το απόγευμα, ώρα που δεν περνάνε άνθρωποι και αυτοκίνητα, εγώ, όπως το συνηθίζω, μπήκα σ’ ένα χορταριασμένο άχτιστο οικόπεδο και με τη μύτη κάτω -ως λαγόσκυλο- έψαχνα γενικώς.
Ξάφνου βλέπω – τι νομίζετε; Ενα γλυκύτατο γκρίζο αγριοκούνελο, που μόλις με πήρε είδηση… πάγωσε!
Εμεινε εκεί που ήταν, ακίνητο κι ασάλευτο. Χίμηξα, το βούτηξα στο στόμα μου, μαλακά μαλακά και το πήγα στο σπίτι.
Η καγκελόπορτα ήταν κλειστή, οπότε το άφησα κάτω και περίμενα τους άλλους να ‘ρθουν απ’ τη βόλτα. Αυτό, ακίνητο.
Οταν ήρθε ο δικός μου τα ‘χασε. Το πήρε στην αγκαλιά του, το χάιδεψε, ήταν ζεστό και το τρίχωμά του σαν βελούδο. Αλλά νεκρό.
Δεν με μάλωσε ο δικός μου, αλλά το βλέμμα του ήταν βέλος στην καρδιά μου. Θύμωσε μεν, όμως κατάλαβε ότι αν κάτι έφταιξε, αυτό ήταν το ένστικτό μου.
Εψαξε το κουνελάκι, δεν είδε πουθενά πληγή και αίμα και κάλμαρε. «Θα ‘παθε συγκοπή απ’ τον φόβο του», είπε.
«Είναι τόσο ευαίσθητα πλάσματα». Μετά, το έθαψε κάτω απ’ τη μουριά.
* Το Αλλοπαράκι μου είναι μια άκακη λαγοσκυλίνα, αγγλικό σέτερ, που τη μάζεψα ετοιμοθάνατη πριν από 8 χρόνια, εδώ στον Μαραθώνα. Θεώρησε καθήκον της να μου φέρει το κουνελάκι πεσκέσι, προσέχοντας να μην το πληγώσει. Αλλά ο τρόμος που πήρε το καημένο στάθηκε μοιραίος γι’ αυτό. C’ est la vie – που λένε και οι Γάλλοι…
