Η Ιωάννα Παππά και η Αλεξάνδρα Αϊδίνη έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους. Ανήκουν περίπου στην ίδια γενιά ηθοποιών, έχουν ξεχωρίσει για τις ερμηνείες τους σε σπουδαίους ρόλους, ενώ αυτή την περίοδο μοιράζονται την ίδια σκηνή, αφού ντύνονται τις δύο από τις «Τρεις αδελφές» του Τσέχοφ στο «Πορεία».
Από προχθές το βράδυ η «καρφίτσα της Μελίνας Μερκούρη» αποτελεί ακόμα έναν συνδετικό κρίκο μεταξύ των δύο γοητευτικών πρωταγωνιστριών, μια και για πρώτη φορά στη δεκαετή ιστορία του θεσμού το γνωστό θεατρικό βραβείο «έσπασε» στα δύο.
Για έξι μήνες, λοιπόν, τη χρυσή καρφίτσα θα κρατά η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, για τη διαρκώς σολντ άουτ «Μεγάλη Χίμαιρα» του Καραγάτση στο «Πορεία», σε σκηνοθεσία Δ. Τάρλοου, ενώ για τους επόμενους έξι η Ιωάννα Παππά, για τον μονόλογο «Οδός Πολυδούρη» της Ρούλας Γεωργακοπούλου, σε σκηνοθεσία Θοδωρή Γκόνη στα θέατρα «Βασιλάκου» και «Θησείον».
«Επεφτε πολλή καζούρα στα καμαρίνια του “Πορεία”», λέει γελώντας η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, περιγράφοντας την κατάσταση που επικρατούσε όταν έμαθαν ότι είναι συνυποψήφιες. «Επειδή όμως έχουμε αναπτύξει και στην πραγματικότητα έναν αδερφικό κώδικα με την Ιωάννα, είπαμε ότι όποια απ’ τις δυο μας και να το πάρει θα είναι σαν να πηγαίνει στην ίδια οικογένεια.
Η ανατροπή, βεβαίως, μας ξάφνιασε θετικά. Ηταν σαν έκρηξη χαράς. Οπως είπα και προχθές, στην τελετή απονομής, προτιμώ να μοιράζομαι».
Και οι δύο έχουν γευτεί στο παρελθόν τη χαρά της βράβευσης. Τι το διαφορετικό συμβαίνει τώρα; «Για μένα τρίτωσε το κακό», λέει η Αλεξάνδρα. «Κάθε βραβείο είναι διαφορετικό. Αυτό με έβαλε σε μια διαδικασία απολογισμού και συνειδητοποίησα ότι προτιμώ τις υποψηφιότητες παρά τις νίκες.
»Το βραβείο για μένα είναι κοντά στη λέξη “ευχή”. Μια ευχή που συντηρεί κάτι καλό, τη συνέχεια, το κουράγιο και το καινούργιο. Εύχομαι να συνεχίσω να είμαι μάχιμη, να βρίσκω τη δύναμη να τρέχω, να ανοίγω καινούργιους δρόμους και να φτάνω τα πράγματα μέχρι το τέλος».
Η Ιωάννα Παππά προτιμά να συνδέει τη βράβευση με το θετικό αντίκρισμα που είχε η ερμηνεία της ως Πολυδούρη. «Το βραβείο αυτό έχει αξία ειδική γιατί φέρει το όνομα και την ιστορία της Μελίνας, δίνεται από ανθρώπους του χώρου που εκτιμώ πολύ και αφορά έναν ρόλο ξεχωριστό για μένα.
Με την Πολυδούρη ένιωσα ότι πήγα ένα βήμα παραπέρα, τόσο υποκριτικά όσο και ως άνθρωπος. Ηταν ένα πλάσμα με πολλά επίπεδα, μια προσωπικότητα ανεξάντλητη, που αγαπούσε τη ζωή, είχε ανοιχτά τα όρια των επιθυμιών και της σκέψης της, πίστευε με όμορφο τρόπο στη γυναίκα και σου έδινε την αίσθηση ότι δεν χωρούσε πουθενά».
Ο ερωτισμός της Πολυδούρη δεν την άφησε, επίσης, ανεπηρέαστη αφού το βράδυ της απονομής αφιέρωσε το βραβείο στον σύντροφό της, Κωνσταντίνο. «Αν διαβάσεις κείμενά της θα δεις ότι ήταν ένα πλάσμα που απενοχοποιούσε την αίσθηση του να μπορείς να εκφράζεις αυτά που νιώθεις για τον άλλον. Μπορεί σε κάποιους να φαίνεται γραφικό, αλλά γι’ αυτήν ήταν μεγαλείο. Ως εκ τούτου, βρήκα την ευκαιρία να εκφράσω κι εγώ κάτι αντίστοιχο».
«Ανοιχτή καρδιά» για την Ιωάννα. «Ανοιχτά σύνορα» για την Αλεξάνδρα, που ευχήθηκε να υπάρχουν παντού, αλλά κυρίως στο θέατρο, σχολιάζοντας με τον τρόπο της τα τεκταινόμενα στο Φεστιβάλ Αθηνών.
«Ηταν η κατάληξη μιας κατάστασης που αφορούσε πρόχειρους χειρισμούς. Τόσο εκ μέρους της κυβέρνησης, που στήριξα μ’ έναν τρόπο και περίμενα περισσότερα από αυτήν για τον Πολιτισμό, όσο κι απ’ την πλευρά του Φαμπρ, τον οποίο περίμενα πιο διαβασμένο, χωρίς να υποτιμά την αξία του ελληνικού καλλιτεχνικού κόσμου».
Για την Αλεξάνδρα, η αφιέρωση πήγε στους πολύ δικούς της ανθρώπους, που θεωρεί οικογένειά της. «Θα ήμουν μισή χωρίς αυτούς», λέει. «Με εμπνέουν. Είναι τα πρότυπά μου, εκείνοι που μαζί τους ανησυχώ και βρίσκω λύσεις. Εχω την τύχη να τους βλέπω από κοντά πώς εξελίσσονται και μαζί να αποφασίζουμε για το τι επιλέγουμε να είμαστε. Για μένα αυτό έχει μια ιερότητα».
Μαζί τους προσπαθεί και για ένα καλύτερο μέλλον, που «δεν θα καταργεί όρια ηθικής και αξιοπρέπειας, υψώνοντας τοίχους και συρματοπλέγματα», όπως τόνισε προχθές. «Είπα αυτά τα λόγια γιατί θεωρώ τρομερά ακραία την τροπή που έχει πάρει το προσφυγικό.
»Ολα προκύπτουν από την αδύναμη και τραυματισμένη φύση μας, που μας οδηγεί στην αυτοκαταστροφή. Είναι πια οφθαλμοφανής η τραγωδία και δεν πρέπει να μένουμε στα λόγια. Προσπαθώ να βοηθώ όσο γίνεται. Ακόμα και η φυσική μας παρουσία στον Πειραιά ή στη Βικτώρια αρκεί. Είναι σημαντικό να τους κάνεις να αισθανθούν ότι πάνω και πέρα απ’ όλα είναι άνθρωποι, όπως όλοι μας».
