Η Αντρίκα, αυταρχική γυναίκα, πρώην μετανάστρια στη Γερμανία και νυν αφεντικό, ταβερνιάρισσα πλέον στην Ελλάδα, ο γιος της Ζάχος, Ελληνας νεοναζί, και η Ρούντι, αλλοδαπή χωρίς στον ήλιο μοίρα που πασχίζει για μια καινούργια ζωή, μπλέκονται σ’ ένα παιχνίδι βίας.
Μια «Νύχτα στην Εθνική», στην ταβέρνα όπου συνυπάρχουν, οι τρεις αυτοί άνθρωποι θα κινηθούν στα άκρα. Ποιος θα σηκώσει πρώτος το όπλο του; Ο βιαστής, το θύμα ή ο ηθικός αυτουργός;
Ο λόγος για το ομώνυμο θεατρικό έργο (κατάλληλο άνω των 15 ετών) της πολυβραβευμένης Λείας Βιτάλη που παρουσιάζεται στο θέατρο «Μεταξουργείο» και πραγματεύεται τη βία του ρατσισμού και την απελπισμένη ανάγκη των ανθρώπων για αγάπη. Με άλλοτε σκληρό και άλλοτε τρυφερό τρόπο, χιούμορ και βαθιά ψυχολογημένους σύγχρονους χαρακτήρες, η συγγραφέας Λεία Βιτάλη, που υπογράφει και τη σκηνοθεσία, παραδίδει το πιο πολιτικό της έργο.
• Θεωρείτε ότι όντως πρώην μετανάστες μπορεί να βγάζουν μετά τα απωθημένα τους στους ξένους, όπως η πρωταγωνίστριά σας;
Η αλήθεια είναι πως ο φτωχός μετανάστης σε καμιά χώρα δεν νιώθει θαλπωρή και αλληλεγγύη από τους ντόπιους. Στα ξένα είσαι πάντα ξένος. Ζεις απομονωμένος και υφίστασαι σχεδόν πάντα μια μορφή ρατσισμού.
Οσο ψύχραιμος κι αν είσαι και αποφασισμένος «μαζεύω λεφτά και φεύγω», δεν αποφεύγεις την πίκρα και την οργή. Ξαναγυρνώντας στην πατρίδα νιώθεις επιτέλους ανώτερος από τον απελπισμένο ξένο. Ετσι, παίρνεις την εκδίκησή σου. Οταν μάλιστα υπάρχει μια περιρρέουσα φοβική ατμόσφαιρα, τότε τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Δει δη παιδείας για να αποδεχτείς το διαφορετικό σαν τον εαυτό σου.
• Προσεγγίζετε σε βάθος τον νεοναζί, ενώ συνήθως τέτοιοι ρόλοι παρουσιάζονται ως καρικατούρες με καταγγελτική διάθεση. Ο ήρωάς σας βιάζει και σκοτώνει. Δεν φοβάστε μήπως θεωρηθείτε επιεικής μαζί του;
Η τέχνη δεν αντέχει τη λογοκρισία. Πεθαίνει μαζί της. Ούτε φυσικά την αυτολογοκρισία. Σαν συγγραφέας νομίζω ότι έχω υποχρέωση να ψάχνω σε βάθος τους ήρωές μου, να βρίσκω τις αιτίες των πράξεών τους και να τις φέρνω στο φως. Αυτό είναι και μια μεγάλη προσφορά της τέχνης προς τον άνθρωπο.
Να λέει τις αλήθειες που δεν τολμά να πει η ζωή. Φέρνοντας την αλήθεια στο φως και βρίσκοντας τις αιτίες των συμπεριφορών καταλαβαίνουμε όχι μόνον τον άλλο, αλλά και τον εαυτό μας. Δεν δικαιολογώ τον δολοφόνο και τον βιαστή. Ψάχνω να βρω το γιατί του. Αν δεν αντέχουμε να το δούμε, τότε είμαστε καταδικασμένοι να το υφιστάμεθα ες αεί.
• Επιλέξατε να σκηνοθετήσετε το έργο σας. Θεωρείτε πως υπάρχει δυσπιστία απέναντι στους θεατρικούς συγγραφείς που το επιχειρούν;
Στη χώρα μας το θέατρο χρόνια υπέφερε από αγκυλώσεις. Είχαν οριστεί κάποιοι άγραφοι κανόνες που αν δεν τους ακολουθούσες μπορούσες να θεωρηθείς αντιδραστικός. Ανάμεσά τους και αυτός. Στις σκηνές του κόσμου όλα ήταν ανοιχτά.
Φυσικά και εδώ τώρα έχουν αρχίσει να καταργούνται αυτοί οι κανόνες. Ορισμένες φορές θέλω να σκηνοθετήσω ένα έργο μου για να το δω να εξελίσσεται στη σκηνή. Αυτό με βοηθάει να το βοηθήσω. Είναι μαγικές αυτές οι στιγμές. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου σκηνοθέτη. Το «συγγραφέας» μού είναι αρκετό. Νομίζω ότι περικλείει πάρα πολλά.
• Τι σκέφτεστε και τι νιώθετε για την αλληλεγγύη του ελληνικού λαού στους πρόσφυγες;
Νιώθω περήφανη. Νομίζω ότι –εκτός κάποιων εξαιρέσεων- ο ελληνικός λαός διατηρεί την ανθρωπιά του. Εκείνο όμως που με φοβίζει είναι ότι την αλληλεγγύη κάποιοι μπορεί να την εκμεταλλευτούν με σκοπό να παραμείνουν όλοι οι πρόσφυγες στη χώρα μας με κλειστά σύνορα και με τη δική μας τελικά συγκατάθεση που θα υπαγορεύεται από την ανθρωπιά μας. Και αυτό ίσως προκαλέσει εκρηκτικές καταστάσεις. Τα χειρότερα συμβαίνουν στον άνθρωπο, φαινομενικά, πάντα με τη θέλησή του.
Θέατρο «Μεταξουργείο», Ακαδήμου 14-16, τηλ. 210-5234 382. Παίζουν: Μαίρη Νάνου, Βασίλης Μπατσακούτσας, Ντομένικα Ρέγκου.
