Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις. Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
Επιθυμία και εξουσία
Είναι ενδιαφέρον ότι έρχεται στο προσκήνιο το αιώνιο ερώτημα για τη φύση του ανθρώπου, για τη διαμάχη λογικού και ψυχορμήτων. Ο Θουκυδίδης το είπε ωμά: οι πόλεμοι και τα μύρια κακά της ανθρωπότητας θα γίνονται ξανά και ξανά όσο η φύση του ανθρώπου παραμένει η ίδια, όσο δηλαδή θα χαρακτηρίζεται από την απληστία και την αρχομανία.
Ο Νίτσε θεωρούσε έμφυτη τη βούληση για ισχύ, άλλοι, όμως, κυρίως οι «αναλυτικοί» φιλόσοφοι, αρνούνται τα ένστικτα και τα ψυχόρμητα και ερμηνεύουν τα ενεργήματα με βάση τις διαμορφούμενες πολιτικές σχέσεις και κοινωνικές συνθήκες΄ από τις τελευταίες εξαρτάται εάν θα γεννηθούν ή όχι επιδιώξεις και αγώνες ισχύος. Στη θέση του ψυχορμήτου τοποθετούν δηλαδή την επιθυμία (η οποία, όμως, δεν βασίζεται στην -βιολογικά!- έννοια της αυτοσυντήρησης;).
Το μέγα θέμα είναι, προφανώς, η εξουσία η οποία κατά τον Χομπς καθορίζει το ειδοποιό ανθρώπινο γνώρισμα, τη συνεχή δηλαδή επιδίωξη ισχύος, σε αντίθεση με τα ζώα που αρκούνται στην ανεύρεση της τροφής και μόνο. Ερχόμαστε πάλι στο φιλοσοφικό ερώτημα που προσπαθεί να καταλάβει το πνεύμα και την ύλη, χωριστά ή μαζί. Ο πλουτισμός και η μανία και δίψα για δόξα είναι και αυτά ανθρωπολογικές σταθερές; Εγγράφονται στον ψυχισμό του ανθρώπου; Πάντως ούτε η φυσική καλοσύνη κατοικεί στα έγκατα του ανθρώπινου είδους.
Χρειάζεται προφανώς μια διαφορετική προσέγγιση, που δεν θα αποκλείει τις δύο «θεωρίες» ή που θα τις συνδυάζει ανάλογα με τις εκάστοτε ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Και η ελευθερία εξάλλου όπως και η ειρήνη δεν γεννήθηκαν με τις πρώτες κοινωνίες, αλλά ήσαν κι αυτές προϊόντα σκληρών και αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ ομάδων ή και ολόκληρων πόλεων-κρατών, εθνών και λοιπά.
Εξουσία, χρήμα και δόξα λοιπόν στο μικροσκόπιο, όπως και το αιώνιο και οικουμενικά ελκυστικό αίνιγμα της αθηναϊκής δημοκρατίας. Ευπρόσδεκτα όλα, ειδικά όταν υπηρετούν τη διαπαιδαγώγηση και τον φωτισμό του ανθρώπου, σε καιρούς μάλιστα χαλεπούς.
❖❖❖❖❖
Αντιμέτωπος με το αίνιγμα της αθηναϊκής δημοκρατικής πόλεως, που μέσα στους αιώνες μάς προκαλεί ασταμάτητα να καταπιαστούμε μαζί του, ο Λεωνίδας Μπουρίτσας παίρνει μια πρωτότυπη στάση.
Στο βιβλίο του «Η μεγάλη σύγκλιση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάρχεια σε μετάφραση του Α. Σχισμένου, προτείνει ως οδηγητικό νήμα για την κατανόηση της αθηναϊκής δημοκρατίας και του κοινωνικού, ιστορικού και πολιτικού πλαισίου της τη σύζευξη τριών στοιχείων: της εξουσίας, του χρήματος και της δόξας.
Αυτά τα τρία σημεία και τις δαιδαλώδεις μεταξύ τους διασυνδέσεις, άλλωστε, συμπυκνώνει κατά τον συγγραφέα και η δυσμετάφραστη λέξη «αρχή» που βρίσκουμε στα κείμενα της περιόδου.
Ας παρακολουθήσουμε το σκεπτικό ενός βιβλίου που, νομίζω, θα προσυπέγραφαν εν πολλοίς στοχαστές όπως ο Θουκυδίδης και ο Μακιαβέλι. Η επιθυμία για ισχύ, για φήμη και για πλουτισμό είναι, κατά τον Μπουρίτσα, ανθρωπολογικές σταθερές, πράγματα εγγενή στον άνθρωπο, και επομένως υπήρχαν παντού και πάντα.
Η ρήξη, όμως, που σηματοδοτεί η αθηναϊκή δημιουργία συνίσταται στο ότι η θέση της υπό εξέταση τριάδας αναβαθμίζεται: η επιδίωξη της αρχής, δηλαδή της εξουσίας, της ευμάρειας και της δόξας, καθίσταται πλέον συνειδητός και μάλιστα αξιέπαινος στόχος των ανθρώπων, που δεν απαιτεί περαιτέρω δικαιολόγηση. Συνειδητοποιώντας το υπαρξιακό κενό νοήματος, που αποτελεί το μόνιμο υπόβαθρο της ανθρώπινης κατάστασης, η αθηναϊκή δημοκρατία απαντά θεσμίζοντας ρητά την επιδίωξη αυτών των εγκόσμιων πολιτικών σκοπών.
Σύστοιχα, αναβαθμίζεται και ο πολιτικός ρόλος του φθόνου, της μνησικακίας απέναντι σε αυτούς που άρχουν. Λόγου χάριν, οι Κορίνθιοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να υποδαυλίσουν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο όχι μόνο και όχι τόσο λόγω υλικών συμφερόντων, αλλά εξαιτίας της αδυναμίας τους να ανεχθούν την αθηναϊκή υπεροχή.
Ο συγγραφέας μας, λοιπόν, προτείνει μια ανάγνωση της πολιτικής και της ιστορίας, στη βάση της οποίας υπάρχει μια -καλώς εννοούμενη- εγωιστική τάση του ανθρώπου. Ακριβέστερα, μάλλον θα έπρεπε να πούμε ότι αυτή η φιλαυτία δεν είναι ούτε καλώς ούτε κακώς εννοούμενη, αλλά απλώς δεδομένη, υπάρχουσα.
Σε κάθε περίπτωση, αντικρούονται ως αφελείς οι συλλήψεις των ανθρώπινων πραγμάτων που στηρίζονται σε μια εγγενή ανθρώπινη καλοσύνη ή σε μια πλήρη μελλοντική συμφιλίωση όλων με όλους. Ακόμη και αξιέπαινες δημιουργίες και αξίες, όπως η ελευθερία, δεν αναδύθηκαν από ένα ανιδιοτελές και φιλειρηνικό υπόβαθρο, αλλά μέσα από τη σύγκρουση, την τόλμη, την καινοτομία. Οπως όμορφα σημειώνεται στο βιβλίο: «Οι ηγεμονίες δεν χτίζονται πάνω σε σωκρατικά βάθρα ούτε οι ανοιχτές κοινωνίες πάνω σε γκαντιανές διδαχές».
Είπαμε ότι Θουκυδίδης και ο Μακιαβέλι θα προσυπέγραφαν κάποιες από αυτές τις ιδέες. Θα ίσχυε άραγε το ίδιο και για τον Φρόιντ, που επίσης αναφέρεται συχνά μέσα στο βιβλίο; Νομίζω πως, απαντώντας σε αυτό το ερώτημα, μπορούμε να διαπιστώσουμε και την αξία του εν λόγω πονήματος και κάποια όριά του.
Η φροϊδική έννοια της μετουσίωσης μπορεί να φανεί εδώ ιδιαιτέρως χρήσιμη, καθώς μας διδάσκει ότι η κοινή κρυφή βάση όλων των κοινωνικών δραστηριοτήτων στις οποίες επιδιδόμαστε με πάθος είναι οι ιδιοτελείς ενορμήσεις μας, που αναγκάζονται να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της κοινωνίας.
Ετσι, το χρήμα, η εξουσία και η δόξα μπορούν συχνά να αποτελέσουν τέτοιους υποκατάστατους στόχους. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μπουρίτσας παρατηρεί ευφυώς ότι η περίφημη διατύπωση του Μακιαβέλι, σύμφωνα με την οποία ανάμεσα στο μεγαλείο της πόλης του και στη σωτηρία της ψυχής του, προτιμά το πρώτο, θέτει στην πραγματικότητα ένα ψευδοδίλημμα: βαθύτερα, αυτός που παθιάζεται τόσο με το μεγαλείο της πόλης εξυπηρετεί, ακριβώς μέσα από αυτό το πάθος, και την ψυχή του.
Ας προσέξουμε, όμως. Για τον Φρόιντ, η μετουσίωση είναι απλώς μια ψυχική διαδικασία, δεν σχετίζεται με την αξία των προϊόντων της. Ο πιο άτεχνος ζωγράφος μετουσιώνει όπως και ο Γκογκέν. Πιο κοντά στο θέμα του βιβλίου, ο διεφθαρμένος επιχειρηματίας μετουσιώνει όπως και ο έντιμος, ο πολιτικός που χρηματίζεται όσο και ο αδιάφθορος (ίσως μάλιστα και περισσότερο, αφού αγαπά και την εξουσία και το χρήμα).
Αναρωτιέμαι δηλαδή, αν στη βάση της ερμηνείας μας τοποθετήσουμε την τριάδα της μεγάλης σύγκλισης, θεωρώντας τη δημοκρατία και την ελευθερία απλώς ή κυρίως ως καλύτερους τρόπους να την εξυπηρετήσουμε, τι μας επιτρέπει να διακρίνουμε τον Αλκιβιάδη από τον Περικλή και αυτόν από τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Συμπερασματικά, η ευφυής πρόταση του συγγραφέα μας είναι μια ενδιαφέρουσα οπτική. Δεν αξιώνει, άλλωστε, να είναι η μόνη. Φωτισμένο με έναν πρωτότυπο τρόπο από τις σκέψεις και τα παραδείγματα του Λεωνίδα Μπουρίτσα, το αθηναϊκό αίνιγμα συνεχίζει να ανθίσταται και να μας προκαλεί.
*Μεταπτυχιακός φοιτητής πολιτικής φιλοσοφίας, αρχισυντάκτης kaboomzine.com
