Σα βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί
Πρωί, αχάραγα, με ξυπνάει ο Χότζας, ιμπί-αλά-μπιμπί. Λέω, νταξ’, θα σταματήσει. Αλλά δώσ’ του ο πούστης κι όλο και δυνάμωνε. Ιμπί-αλά-μπιμπί και ιμπί-αλά-μπιμπί. Ετσι είσαι; λέω. Οπως ήμουν ξαπλωμένος, γυρνάω, πιάνω το όπλο και μπαμ του ρίχνω μία. Και τον βλέπεις, Γιωργάκη, πάρ’ τον κάτω σαν πουλάκι. Ετσι ε, δίχως να σηκωθώ καθόλου, καλά, ήμουνα σκοπευτής από τους πρώτους…
Πολύ νέοι και για πολύ καιρό πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία. Επιστρέφοντας στο χωριό τους, προσπαθούν να πιάσουν ξανά στα χέρια το νήμα της ζωής. Οπως μπορούν. Με συμβιβασμούς ή συγκρούσεις, έχοντας όμως χάσει εκείνη την ελευθερία που χάριζε μακάρια στη συνείδησή τους η «αναγκαιότητα» του πολέμου.
Το «Γκιακ» (στην αρβανίτικη διάλεκτο σημαίνει αίμα αδελφικό, εκδίκηση), το πολυσυζητημένο και βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών βιβλίο του Δημοσθένη Παπαμάρκου, περπατάει από τις 16 Μαΐου στη σκηνή του Skrow Theater σε σκηνοθεσία Θανάση Δόβρη.
Ιστορίες γραμμένες στην αρβανίτικη διάλεκτο, με ήρωες Ελληνες που αφηγούνται πώς έσφαξαν και βίασαν Τούρκους, όχι πάντα στο πεδίο της μάχης…
Συγκλονιστικές αφηγήσεις για τη φρικαλεότητα του πολέμου κι ανάμεσά τους μια υπέροχη παραλογή που τραγουδάει τη συνάντηση μιας γυναίκας με τον Χάρο που της πήρε τον όμορφο άντρα.
«Το να διαβάζεις το 2016 κείμενα που σου θυμίζουν το ύφος, τη γραφή, την πνευματικότητα άλλων εποχών σε ξαφνιάζει» λέει ο Θανάσης Δόβρης. «Ιστορίες που μιλάνε για τον πυρήνα των πραγμάτων της ζωής κι έχουν γραφτεί από έναν άνθρωπο 36 χρόνων.
Να ζεις σ’ αυτόν τον συγκεκριμένο σύγχρονο κόσμο και να επιστρέφεις σε μια αγκαλιά βαθιάς οικείας μνήμης.
Αυτό που διηγείται ο Παπαμάρκος είναι σαν κάτι πολύ πρωτογενές. Σαν να λέει: “Ετσι λοιπόν ξεκίνησε όλο αυτό”… Μας πάει πίσω, στην αρχή, οδηγεί στη ρίζα της ύπαρξης, κάτι που γίνεται αντιληπτό όχι μόνο σε εκείνους που έλκουν την καταγωγή τους από τη συγκεκριμένη ελληνική επαρχία, αλλά σε όλους μας».
• Κρατήσατε τα έξι από τα εννέα διηγήματα. Τα κείμενα έχουν κοπεί για τις ανάγκες της θεατρικής πράξης;
Εχουν κοπεί, χωρίς όμως να χάνεται τίποτα από τη λογοτεχνική τους αξία. Οι ήρωες του «Γκιακ» είναι τρομακτικά και δολοφονικά αθώοι. Και κάπως συνδέονται με ένα αντίστοιχο θέμα από το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε η ταινία «Αποκάλυψη τώρα». Σε μια σκηνή ο Ρόμπερτ Ντιβάλ λέει δύσθυμα ότι κάποτε η στενοχώρια θα είναι μεγάλη γιατί ο πόλεμος θα έχει τελειώσει. Ακούγεται φρικτό κι όμως είναι στοιχείο της ανθρώπινης φύσης όταν έχει προηγηθεί τέτοια εμπειρία.
• Σε τι σκηνικό μπορούν να ενταχθούν αυτοί οι ήρωες, τέτοια περιστατικά από τη φρίκη του πολέμου στη Μικρασία;
Ολο διαδραματίζεται μέσα σε μια γούβα γεμάτη κόκαλα και βρομιές. Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον -δεν μπορούν να φύγουν ποτέ από εκεί- κινούνται και αφηγούνται οι ηθοποιοί. Οι θεατές θα ήθελα να βρίσκονται πολύ κοντά στη γούβα, γι’ αυτό άλλαξε και η διάταξη των καθισμάτων.
• Σκηνοθετείτε για πρώτη φορά.
Συντελεστές και ηθοποιοί είναι φίλοι, κάποιοι μάλιστα κολλητοί μου. Τους ξέρω, τους αγαπώ, τους θαυμάζω κι έτσι δεν υπάρχει η απόσταση που δημιουργεί η σκηνοθετική ιδιότητα. Ο Β. Μαυρογεωργίου με τσίγκλισε κάποτε να σκηνοθετήσω. Δεν έδωσα μεγάλη σημασία στην παρότρυνσή του αλλά κάποια στιγμή αναρωτήθηκα. Κι όταν διάβασα το «Γκιακ» πέρσι τον Μάρτιο, το σκέφτηκα σοβαρά. Η γενική εικόνα σχηματίστηκε στο μυαλό μου, πήρα το κουράγιο να βρω τον Δημοσθένη και να του το προτείνω.
• Πώς αντέδρασε στην ιδέα οι ιστορίες του να αποκτήσουν θεατρική υπόσταση;
Είναι ένα πολύ καλό παιδί, σεμνός, ντροπαλός και πολύ μοναχικός. Ο τρόπος του είναι άμεσος. Ο,τι έχει να πει το λέει κατευθείαν. Οπως και τις ιστορίες του. Δεν είναι εύκολος, δεν πέταξε τη σκούφια του στην πρότασή μου. Του άρεσε ο τρόπος που σκεφτόμουν να το στήσω, η διανομή, παρόλο που δεν είναι άνθρωπος του θεάτρου. Βρεθήκαμε δυο-τρεις φορές και τελικά με εμπιστεύτηκε, μου παραχώρησε το «Γκιακ».
Εγώ έπρεπε να καταλάβω τον κόσμο του, να σεβαστώ όσο μπορώ το κείμενο ώστε να μη χάσει τη ροή του και εκείνος τις απαιτήσεις ενός θεατρικού ανεβάσματος. Ελπίζω η παράσταση να βρει το κοινό της όπως και το βιβλίο. Νομίζω ότι θα ανεβεί ξανά και από άλλους θιάσους γιατί οι ιστορίες προσομοιάζουν σε θεατρικούς μονολόγους. Προς το τέλος της κάθε μιας δίνεται όλη η αλήθεια με δυο λόγια.
• Το γλωσσικό ιδίωμα θα το κρατήσετε;
Θα υπάρχει αλλά όχι ως καμωμένο. Δεν θα το υποκριθούμε δηλαδή, γιατί έτσι υπάρχει κίνδυνος η παράσταση να διολισθήσει αλλού. Και το θέμα δεν είναι αυτό. Ο λόγος ακούγεται με απλότητα κι όσο μακρινός ηχεί στα αυτιά μας άλλο τόσο είναι οικείος. Στόχος είναι να διερευνήσουμε τι μας συνδέει με εκείνο που πραγματεύεται η κάθε ιστορία και να το αφηγηθούμε ψυχωμένα. Δεν θέλουμε ούτε να αποστασιοποιηθούμε τελείως ούτε και να καμωθούμε τους Αρβανίτες.
Δεν είμαι σκηνοθέτης, γι’ αυτό αγχώνομαι άλλωστε και πριν βγω στη σκηνή για να παίξω έχω ταραχή. Ακολουθώ την προτροπή του Περικλή Μουστάκη στην παράσταση που παίζω μαζί του: «Ας τα κάνουμε όλα μετά φόβου θεού». Σκηνοθετώντας το «Γκιακ» αισθάνομαι ότι μαθαίνω πώς είναι τα πράγματα κάτω από τη σκηνή. Οι ηθοποιοί είμαστε λίγο σαν κακομαθημένα παιδιά.
Ασχολούμαστε με τον ρόλο μας, τον εαυτό μας, παραπονιόμαστε πάντα για τους άλλους. Δεν είναι εύκολο για όποιον έχει τη διεύθυνση της συνολικής δουλειάς. Οφείλει να διαχειριστεί τόσες διαφορετικές προσωπικότητες. Για μένα το δυσκολότερο αλλά και το πιο ενδιαφέρον είναι να καταλάβεις τον χαρακτήρα του άλλου, τις δυνατότητες του σώματός του, της φωνής του, τη διαθεσιμότητά του, την ψυχολογία του.
Το θέατρο απαιτεί άνοιγμα, δημοκρατία, ταπεινότητα. Να ξεχάσεις τον εαυτό σου -ο εγωισμός εισβάλλει όπως και στη ζωή- για να μπορέσεις να διηγηθείς μια ιστορία.
• Παίζετε σε μια τόσο ξεχωριστή παράσταση, «Οστέα Ξηρά Σφόδρα», που σκηνοθετεί και παίζει επίσης ο Περικλής Μουστάκης στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής.
Η αλήθεια είναι ότι η παράσταση δημιουργεί μια αμηχανία στο κοινό καθώς κινείται αντιστικτικά ανάμεσα στην πνευματικότητα και την πραγματικότητα της σημερινής εκχυδαϊσμένης ζωής. Παρόλο που δραματουργικό όχημα αποτελεί το υπέροχο κείμενο της συγκεκριμένης προφητείας του Ιεζεκιήλ, θεωρώ την παράσταση βαθιά λαϊκή, χωρίς τίποτε εξεζητημένο. Αρκεί να θέλεις να αφεθείς για λίγο μέσα στον κόσμο μιας ποιητικής παραδοξότητας.
• Αυτή η παράσταση τελειώνει χωρίς υπόκλιση από τους ηθοποιούς. Ολοι οι επί σκηνής βρίσκονται… νεκροί και σαβανωμένοι στο πάτωμα.
Κι αυτό προκαλεί διάφορα. Μια κυρία μιλούσε στο αυτί του Περικλή, σε μένα άφησαν ένα τριαντάφυλλο. Τη στιγμή που επαναλαμβάνω τη λέξη «συγγνώμη», ένας κύριος με ρώτησε: «Συγγνώμη για ποιο απ’ όλα;»… Ενα ζευγάρι που ενώ είχε τελειώσει η παράσταση δεν έφευγε. Αυτό όμως είναι το ζητούμενο στο θέατρο. Το κοινό οφείλει να αντιδρά όπως νομίζει, ακόμα και αρνητικά. Να μην παρακολουθεί το θέατρο όπως βλέπει τηλεόραση και εμείς να μην του κάνουμε όλα τα χατίρια.
• Ο καλλιτέχνης σήμερα μπορεί να παλεύει για το όνειρό του;
Είμαστε πια απροστάτευτοι στον χώρο, όπως άλλωστε ισχύει και για άλλους εργαζόμενους. Η δική μας δουλειά είναι περισσότερο εκτεθειμένη. Αρκεί να δεις μια ταινία ή μια παράσταση και αμέσως ξέρεις και δηλώνεις αν είναι καλή ή όχι… Είναι εύκολο να κρινόμαστε γιατί η δουλειά μας συνδέεται με την προαιώνια έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου να παίζει, να διηγείται ιστορίες. Και εμείς αυτό κάνουμε εν τέλει. Η τέχνη μας είναι ελεύθερη, θνησιγενής και στον νέο που θέλει να ασχοληθεί φαντάζει εύκολη.
Ισως γι’ αυτό είμαστε τόσοι πολλοί. Πάντως ζούμε μια μεταβατική εποχή. Δάσκαλοι σαν τον Λευτέρη Βογιατζή λείπουν πια. Κάποτε πηγαίνοντας στην πρόβα αναρωτιόμαστε με αγωνία τι θα μας συμβεί. Σήμερα η κρίση σπρώχνει σε άλλες λύσεις. Σαν να μην υπάρχει μεγάλη απαίτηση για το αποτέλεσμα. Παίζουμε με ό,τι έχουμε κι αυτό προδίδει και μια ευκολία.
Ο θεατής έρχεται, βλέπει μια παράσταση χωρίς να του συμβεί κάτι ιδιαίτερο. Φυσικά δεν γίνεται όλες οι δουλειές να απογειώνονται, όμως είναι ωραίο να στοχεύεις εκεί κι ας μην τα καταφέρνεις.
• Ωστόσο είστε συνέχεια σε δράση. Φέτος παίζατε και στην πετυχημένη παράσταση για παιδιά «Τα ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου.
Με την οποία θα περιοδεύσουμε το καλοκαίρι. Είμαι φύσει αισιόδοξος. Πώς αλλιώς, έχοντας ένα παιδάκι ενός χρόνου. Οταν επιστρέφω σπίτι και το βλέπω, δεν γίνεται να μη νιώσω χαρά, να ξεκινώ με ελπίδα το επόμενο πρωί ό,τι κι αν συμβαίνει. Η κρίση βγάζει στην επιφάνεια τον χειρότερο εαυτό μας.
Δύσκολα τα πράγματα. Οι χώρες-αγορές πια κυβερνούν. Οι ιδεολογίες, οι πολιτισμοί και οι παραδόσεις των λαών εξαφανίζονται στο όνομα μάλιστα της ένωσης, για το καλό μας. Φεύγουμε από την εποχή των κηπουρών και πάμε στην εποχή των κυνηγών… Η Αριστερά στον πυρήνα της συνδεόταν πάντα με την ουτοπία ως στοίχημα για μια καλύτερη ζωή. Καταλύεται πολιτικά κι αυτό το όνειρο. Τι θα κάνουν οι γενιές που έρχονται; Ας ελπίσουμε ότι θα χτίσουν κάτι καινούργιο.
INFO:
Skrow Theater (Αρχελάου 5, Παγκράτι, τηλ.: 210 7235842). Δραματουργική επεξεργασία: Eλένη Τριανταφυλλοπούλου. Σκηνικά-κοστούμια: Εύα Γουλάκου. Πρωτότυπη μουσική: Νίκος Ντούνας. Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος.
